Συνέντευξη στην Άννα Παχή

Λίγο πριν την πρεμιέρα της τραγωδίας «Μήδεια» που σκηνοθετεί στο Μπάγκειον, ο Δημήτρης Γεωργαλάς μιλά στο iart.gr.

«Μήδεια», με την Τζούλη Σούμα.

Της πάει πολύ ο ρόλος. Ξεκινήσαμε μαζί στο Θεσσαλικό Θέατρο κι είμαστε φίλοι από τότε αν και επαγγελματικά, ξαναβρισκόμαστε μετά από πολλά χρόνια. Έχουμε ωριμάσει,  εκείνη υποκριτικά κι εγώ «καλλιτεχνικά», δεν θα πω σκηνοθετικά, καθώς δεν είμαι παγιωμένος σκηνοθέτης. Ουσιαστικά είμαι ηθοποιός, όμως τελευταία έχω σαφή τάση προς την σκηνοθεσία και μάλλον μου πάει. Έτσι νιώθω τουλάχιστον. Αυτό δεν σημαίνει  πως θα αφήσω τη σκηνή, όμως μου αρέσει πολύ και η θέση «απ’ έξω».

Πως προέκυψε;

Πριν δυο χρόνια, ένας πολύ καλός φίλος, φωτιστής και σκηνογράφος που εργάζεται εκεί, με ενημέρωσε πως το αγγλόφωνο θέατρο της Χάγης που συστεγάζεται με το Βασιλικό Θέατρο της Ολλανδίας, ανακοίνωσε ένα φεστιβάλ με θέμα την Μήδεια, διάρκειας τριών ετών. Κάθε χρόνο θα χρηματοδοτούσαν μια παραγωγή, για μια εβδομάδα. Κατέθεσα  πρόταση, με μικρό «σχήμα». Αυτό με οδήγησε στην σκηνοθεσία. Καμιά φορά, όταν σε ‘περιορίζουν’ οδηγείσαι σε μια λύση που δεν είχες σκεφτεί. Δεν θα έκανα μια τέτοια τραγωδία αν δεν είχα έναυσμα. Αγαπούσα πάντοτε αυτό το έργο και ήλπιζα πως θα το συναντούσα κάποτε. Δεν είχα σκεφτεί να το σκηνοθετήσω, αλλά τελικά οδηγήθηκα σε αυτό. Στη Χάγη, Μήδεια ήταν η εξαιρετική Μαριάνθη Σοντάκη. Δώσαμε τρεις παραστάσεις που πήγαν πολύ καλά. Φέτος, είπα να τολμήσω να το ξανακάνω, στην Ελλάδα αυτήν την φορά. Θεωρώ πως έχει πολλά να πει.

Είναι ιδιαίτερα παρεξηγημένη ηρωίδα. Σύμφωνα με το μύθο, είτε σκότωσε τα παιδιά της από λάθος, είτε τα σκότωσαν οι Κορίνθιοι. Στον Ευριπίδη, είναι ξεκάθαρο ότι τα σκοτώνει για να μην ζήσουν με το βάρος της ντροπής του πατέρα τους. Και για να εκδικηθεί βεβαίως. Σε κάθε περίπτωση δεν είναι το όνειδος που περιγράφουν όλοι.

Ο Ευριπίδης είναι εξαιρετικός μαζί της. Τη λατρεύει. Η ηρωίδα του μιλά έξω από τα δόντια.  Δεν κρύβει το έγκλημα, δεν της δίνει ελαφρυντικά, στο  φινάλε όμως, την θεοποιεί. Το άρμα του Ήλιου, πάνω στο οποίο φεύγει, για τους αρχαίους ήταν ότι είναι για μας το φωτοστέφανο. Το θέμα είναι πως ένας άνθρωπος αποφασίζει να κάνει μια ακραία πράξη, για να δείξει κάτι στον κόσμο και με την απόλυτη συνείδηση ότι θα πληρώσει το τίμημα. Η Μήδεια δεν επιθυμεί να «γλυτώσει». Παντρεύεται το πένθος της. Για πάντα. Αυτό είναι ηρωισμός. Κάνει την ύστατη πράξη, που θα πληγώσει την ίδια και τον Ιάσονα, και θα τους ενώσει, όχι πια με μια αγάπη, αλλά με κάτι που βρίσκεται δίπλα στην αγάπη, κατά την γνώμη μου το ίδιο δυνατό. Έτσι την βλέπω. Δεν με ενδιαφέρει η πράξη αυτή καθαυτή. Το έργο είναι καθαρά πολιτικό και ποιητικό. Δεν μιλά για μια διαταραγμένη γυναίκα, που απατήθηκε από τον σύζυγό της κι αποφασίζει να σφάξει τα παιδιά τους έτσι απλά. Μιλάμε για αρχετυπικούς ανθρώπους. Μ ενδιαφέρει η ισχυρή απόφαση. Σκοτώνω οτιδήποτε φτιάξαμε μαζί, ότι έχει σφραγίσει αυτή η αγάπη και της δίνω μια καινούρια μορφή, το πένθος. Όλα αυτά, σε μια πολιτεία που διαρκώς την πιέζει, την αποδιώχνει. Έρχεται ο Κρέοντας, η αρχή του τόπου και την διώχνει, μαζί με τα παιδιά της, μένοντας ανένδοτος στις ικεσίες της να αλλάξει γνώμη. Της παραχωρεί μόνον λίγες ώρες. Ακούω, στο έργο, ένα ρολόι να χτυπά όλο και πιο γρήγορα ενώ η ζωή της παίζεται κορώνα – γράμματα. Ο άνδρας της την αφήνει όχι επειδή ερωτεύθηκε μια άλλη γυναίκα, αλλά για το συμφέρον του, για τον θρόνο. Κι εκείνη, έκανε πολλές κακές πράξεις στο παρελθόν για να στηρίξει αυτόν τον άνδρα. Μια γυναίκα που κρατά σκήπτρα.  Το έργο έχει μεγάλα μεγέθη. Το Μπάγκειον επίσης ταιριάζει πολύ στη Μήδεια. Χρησιμοποιώ το έργο του Ευριπίδη σε μετάφραση Γιώργου Χειμωνά, χωρίς να κάνω αλλαγές, απλά κάποιες περικοπές, πάντα πάνω στην ροή της ιστορίας. Εστίασα σε ένα βασικό κεντρικό χορικό, το οποίο την δένει, αλλά το κείμενο είναι το ίδιο.

Πολλοί σκηνοθέτες, ίσως υπερβολικά πολλοί, παίρνουν ένα αρχαίο κείμενο και το αλλάζουν τελείως.

Αυτό είναι κάτι που δεν με ενδιαφέρει. Πιστεύω πως τα κείμενα «μιλάνε» έτσι όπως είναι. Απολαμβάνω να ασχολούμαι, όταν σκηνοθετώ, με κείμενα κλασικά, όχι απαραίτητα της αρχαιότητας και να προσπαθώ να δω τι λένε σήμερα. Σίγουρα, αφού υπάρχουν και επιβιώνουν, έχουν κάτι να πουν τώρα και αύριο και πάντα. Μου αρέσει να βλέπω την εποχή και την ιδεολογία μας μέσα από έργα που έρχονται από άλλες εποχές. Καθρεφτίζονται με πολύ σαφή τρόπο σε αυτά. Φυσικά, καλό είναι να παρακολουθούμε και καινούρια έργα, μπορούν να υπάρχουν και τα δύο. Έχουμε πολλούς καλούς νέους συγγραφείς που ανεβάζουν έργα τους με επιτυχία. Θεωρώ ότι η εποχή μας είναι μεταβατική, γεννάει πράγματα.

Η κρίση ίσως δίνει ευκαιρίες.

Άνοιξε παράθυρα σε όλους μας. Πολλοί εγκατέλειψαν, αλλά οι περισσότεροι πατήσαμε  στα πόδια μας. Της οφείλουμε «κάτι». Μιλώ για την Τέχνη, όχι για την οικονομία, δεν είμαι καθόλου αρμόδιος.. Στην Τέχνη όμως έγινε ένα πανδαιμόνιο δημιουργίας, το οποίο κατακρίνεται μερικές φορές αλλά το βλέπω σαν ανάγκη. Μέσα σε όλην αυτήν την πληθώρα πραγμάτων, υπάρχουν τα νέα βλαστάρια. Δεν θα γίνουν όλα κάτι, αλλά υπάρχουν. Όταν κάνεις μια παράσταση, ουσιαστικά τεστάρεις τον εαυτό σου. Σε πρώτη φάση δεν είναι για να πάει καλά εισπρακτικά, δεν θα πάει εφόσον δεν έχει πίσω της διαφήμιση, προώθηση. Άσχετα με αυτό, θα καταλάβεις αν θέλεις να συνεχίσεις. Αν σε αφορά αυτός ο τρόπος. Πολλοί σταματούν μετά από μια παράσταση. Κάποιοι άλλοι, προχωρούν, παρά τις δυσκολίες. Θέλουν να πουν κάτι μέσα από αυτό και νομίζω ότι το βασικό πράγμα για να δημιουργείς, είναι το να έχεις να πεις κάτι κι όχι απλά να ανεβάσεις μια παράσταση. Κατόπιν, αρχίζει η δυσκολία του πως θα το πεις. Αυτό είναι η σκηνοθεσία, πως θα πεις αυτό που θέλεις.

Πως το αποφάσισες;

Με βασάνιζε πολλά χρόνια. Κι όπως γίνεται συνήθως, τα πράγματα έρχονται και σε βρίσκουν, όταν τα θέλεις πολύ. Μέσα από μια παρέα, είπαμε να κάνουμε την Ραψωδία Ε της Οδύσσειας που έγινε στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Πρόκειται για τον αποχαιρετισμό της Καλυψώς στον Οδυσσέα, όταν εκείνος φεύγει, βγαίνει στο πέλαγος και ταλαιπωρείται από τον Ποσειδώνα, έχει δυο μέρη. Η πρόταση έγινε τελείως φιλικά κι όταν διάβασα το κείμενο είδα έναν απίστευτο υπαρξιακό συμβολισμό. Αποκόβομαι από κάπου και ρίχνομαι στο πέλαγος. Το νόημα είναι σαφές. Τότε μου «ξεκλείδωσε» για πρώτη φορά το τι σημαίνει να βλέπω σκηνοθετικά ένα κείμενο. Η παράσταση πήγε καλά, ήταν μια εξαιρετική αρχή. Ίσως κάποια στιγμή την επαναλάβω. Ο Όμηρος είναι ο πατέρας του παγκόσμιου θεάτρου, όλων των ειδών. Από το απόλυτα κλασικό ψυχολογικό και ρεαλιστικό, μέχρι το υπερβατικό και το παράλογο. Ο πιο κλασικός μεταμοντέρνος. Οι διάλογοί του είναι ο προάγγελος της ελληνικής τραγωδίας. Οργανωμένος λόγος, αντιπαράθεση, στιχομυθία, υπάρχουν όλα. Συναισθηματικός, πρακτικός, αποστασιοποιημένος. Οι περιγραφές του είναι μαθήματα σκηνοθεσίας. Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να τις μεταφράσεις κινησιολογικά, χορογραφικά, ρεαλιστικά, όπως θέλεις. Το ίδιο συμβαίνει με τον Ντοστογιέφσκι. Σου δίνει ακριβείς πληροφορίες για το τι κάνει ο χαρακτήρας, λεπτό προς λεπτό. Σε κάποια σεμινάρια με την Μάγια Λυμπεροπούλου, – μεγάλη δασκάλα, θα το λέω για πάντα – , έλεγε: «Αν θέλετε να μάθετε να παίζετε, διαβάστε όλον τον Ντοστογιέφσκι». Είχε δίκιο. Πρόκειται για την ανατομία της ανθρώπινης κίνησης και το πως αυτή γεννιέται από την συνθήκη της ανθρώπινης ψυχής. Είναι όλα αιτιολογημένα, σε βοηθά να κατανοήσεις τις συμπεριφορές και πως αυτές μεταφράζονται. Πρακτικοί και γνώστες της ανθρώπινης ιδιοσυγκρασίας, και οι δυο. Δεν μπορείς να γράψεις ένα έργο – για να έρθουμε πάλι στη Μήδεια – για έναν ή  δύο χαρακτήρες, ακόμη και αρνητικούς όπως η ίδια και ο Ιάσονας, αν δεν τους αγαπάς πολύ. Όλοι έχουν τη σκοτεινή τους πλευρά. Κάθε ένας, χρειάζεται μόνον μια στιγμή για να περάσει «απέναντι». Αυτό δεν απαιτεί ιδιαίτερες καταβολές, απλά χρειάζεται η κατάλληλη συνθήκη που θα σε σπρώξει προς τα εκεί. Με αυτό ασχολείται η τραγωδία. Όλοι έχουμε προσωπική εμπειρία από κάτι τέτοιο. Υπάρχει ένα πράγμα που έχει περιχαρακώσει τον άνθρωπο – και ευτυχώς – που λέγεται πολιτισμός. Ο Ευριπίδης εδώ μιλά για την σύγκρουση του πολιτισμού με το ένστικτο. Για μένα, αυτό είναι η Μήδεια. Το «πρέπει» και το ζωώδες ένστικτο. Η Μήδεια είναι η Φύση.

Πως αποφάσισες να γίνεις ηθοποιός;

Από μικρός, αγαπούσα δυο πράγματα, το θέατρο και τα γράμματα. Σπούδασα φιλόλογος,  αυτό με έφερε στην Αθήνα. Αμέσως άρχισα να ψάχνω πως μπορώ να γίνω ηθοποιός. Ήμουν ένα καθαρότατο επαρχιωτόπουλο, δεν ήξερα πως υπάρχουν δραματικές σχολές. Όταν πια μπήκα στη σχολή του Εθνικού, άρχισα να καταλαβαίνω, να συντονίζομαι στο τι ακριβώς συμβαίνει, πως είναι κάτι που σπουδάζεται, μαθαίνεται. Τέλειωσα και τις δυο σχολές. Ξεκίνησα πολύ αισιόδοξα, σε μια ακρόαση του Κώστα Τσιάνου στο Θεσσαλικό Θέατρο για τους «Φοιτητές» του Ξενόπουλου, όπου μου έδωσε τον πρώτο ρόλο. Το λες μεγάλη τύχη αυτό. Αργότερα, στην Αθήνα άρχισαν τα δύσκολα. Είδα την σκληρότητα του επαγγέλματος. Όμως, ποτέ δεν σκέφτηκα να το παρατήσω. Συχνά απογοητεύτηκα, αλλά δεν απελπίστηκα ποτέ. Έπαιζα συνέχεια. Κάποιες παραστάσεις ήταν σταθμοί που με πήγαν παρακάτω. Μου άρεσε ο τρόπος που ο καθένας ωριμάζει και μένει πιστός σε αυτό που έχει αποφασίσει να κάνει. Είναι σαν μια σχέση ζωής. Έχει τα καλά και τα άσχημά της. Δεν το μετάνιωσα ποτέ.

Οι καλλιτέχνες, βιοπορίζονται πολύ δύσκολα.

Νομίζω πως είμαι από τους τυχερούς, ίσως επειδή είμαι ολιγαρκής σαν άνθρωπος. Έχω την τύχη να ζω από το θέατρο. Τώρα πια έχω περάσει στο στάδιο που η κούραση είναι κάτι δεδομένο κι απλά συνεχίζω. Είναι θέμα άσκησης. Έρχεται και η στιγμή που είσαι πιο χαλαρός και απολαμβάνεις. Σα να έχεις μάθει τα βήματα και πλέον, απλά χορεύεις. Ξέρεις πως σε περιμένει το φωτεινό σημείο, οπότε ξεπερνάς την κούραση, που είναι και δημιουργική. Το θέμα είναι να κάνεις αυτό που σου αρέσει. Τότε τα αντιμετωπίζεις όλα.

Κάνεις και άλλα πράγματα ταυτόχρονα. 

Ναι, συμμετέχω στις πρόβες για τον «Οιδίποδα Τύραννο» που θα παρουσιαστεί στην Επίδαυρο, και όχι μόνον, σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη, στην πρώτη του σκηνοθετική δουλειά στην Επίδαυρο. Δεν έχω ξανακάνει χορό τραγωδίας και το ήθελα πολύ. Θέλει υπομονή και γερά νεύρα, είναι πάντα δύσκολος, αλλά νομίζω πως όλοι περιμένουν να αποζημιωθούν στην Επίδαυρο. Φέτος βρίσκομαι πολύ μέσα στην τραγωδία.. Πολλές πρόβες για τον Οιδίποδα, για τη Μήδεια. Η  ζωή μου είναι πρόβα και ύπνος.

Κι ύστερα;

Θα συμμετάσχω σε δυο παραστάσεις. Η μια θα ανέβει στο θέατρο «Κιβωτός» σε σκηνοθεσία Φρόσως Λύτρα. Πρόκειται για το έργο του Χίτσκοκ «Dial M for Murder». Επίσης,  στο «Μόμπυ Ντικ» του Γιάννη Κακλέα. Το έργο είναι μουσικό, δεν έχει πρόζα καθόλου σχεδόν. Ξεσκόνισα τις παλιές μου γνώσεις και μπήκα στη διαδικασία της ακρόασης με το τραγούδι «Έλα για απόψε» του Χαιρόπουλου και με δέχτηκαν. Είμαι λίγο ρετρό. Και στη δραματική σχολή πέρασα με το τραγούδι «Ζητάτε να σας πω».

Υπάρχει ρόλος που θα ήθελες οπωσδήποτε να παίξεις, έργο που θα ήθελες να σκηνοθετήσεις;

Κάτι συγκεκριμένο, όχι. Το ρεύμα κάτι κατέχει περισσότερο από μένα. Με πάει. Υπάρχουν πράγματα που θα ήθελα να κάνω και θα τα επιδιώξω. Μου αρέσουν τα υπαρξιακά έργα, εκείνα που ο συγγραφέας σπρώχνει την ύπαρξη στα όριά της. Μάλλον με αφορά πολύ. Θα ήθελα να παίξω και κωμωδία. Μου αρέσει.

Σινεμά;

Έχω κάνει πολύ λίγο, ελάχιστα στην Ελλάδα. Έκανα μια ταινία το 1998 με τον Λεκόντ. Πολύ ωραία εμπειρία. Επίσης, δυο ταινίες με τον Κώστα Ζάππα. Η μια λέγεται «Φράνκενστάϊν» και θα βγει την επόμενη σαιζόν. Είναι μεγάλο άνοιγμα σε διεθνές επίπεδο. Πάντα έξω τον εκτιμούσαν περισσότερο από ότι εδώ, άλλωστε. Συνεργαστήκαμε και το 2006 στην ταινία του»The last porn movie» μαζί με την Σωτηρία Λεονάρδου.

Είσαι επίσης και καθηγητής.

Προετοιμάζω παιδιά για δραματικές σχολές, κάτι που είναι μεγάλο σχολείο. Σε πάει μπροστά, αφουγκράζεσαι την εποχή. Βλέπεις πως μιλούν σήμερα οι άνθρωποι. Εμείς μεγαλώνουμε και «παλιώνουμε» λίγο, χωρίς αυτό να σημαίνει πως είναι κακό. Το θέμα είναι να φιλτράρεσαι μέσα από τις νέες γενιές, τις θεωρώ πολύ χρήσιμες. Θέλω να «κλέβω» από αυτές.

Πως βλέπεις τα νέα παιδιά;

Δύσκολη ερώτηση. Πολλοί δεν ξέρουν γιατί θέλουν να γίνουν ηθοποιοί. Έχουν δει τηλεόραση και θεωρούν πως έτσι θα αποκτήσουν εύκολη προβολή. Όμως, βλέποντας εκείνους που ήδη έχουν βγει στο επάγγελμα, πιστεύω πως είναι εξαιρετικά ταλαντούχα πλάσματα. Περισσότερο από τη δική μου γενιά και το λέω με πλήρη συνείδηση. Αυτό που δεν καταλαβαίνουν μερικοί είναι πως θέλει πάρα πολλή άσκηση, αλλιώς δεν σε υπακούει το ίδιο σου το σώμα. Πολλοί είναι πολύ καλά καταρτισμένοι, ικανοί, διαθέσιμοι. Υπάρχει και η μερίδα που δεν αναγνωρίζει τις απαιτήσεις του πράγματος. Μετά από πρόβα μιας ώρας κουράζονται, ασχολούνται με το κινητό, ή αν δεν έχουν σκηνή, φεύγουν. Οι παλαιότεροι, ειδικά στο Εθνικό, δεν διανοούμαστε να λείπουμε από πρόβα, έστω κι αν δεν παίζουμε. Μας το έμαθαν αυτό. Τώρα είναι λίγο αλλιώς τα πράγματα και βλέπεις πως πολλοί δεν αντέχουν. Ο Βογιατζής έλεγε ότι «ταλέντο, είναι το αυξημένο ενδιαφέρον». Ο  ωραιότερος ορισμός για το ταλέντο, που έχω ακούσει. Αν δεν είσαι προσηλωμένος, αν δεν δεις πως κάνει κάτι κάποιος άλλος για να δεις πως θα το κάνεις εσύ, τότε; Το θέατρο, όπως κάθε τι, απαιτεί αυξημένο ενδιαφέρον. Ο καλός ηλεκτρολόγος σκαλίζει τα καλώδιά του με τις ώρες. Του αρέσει, το ψάχνει, εξελίσσεται. Το ίδιο κάνουμε και οι καλλιτέχνες.

«Μήδεια» του Ευριπίδη στο Μπάγκειον

Ηθοποιοί: Τζούλη ΣούμαΚυριακή ΚαραλουκάΓιώργος Σταυριανός, Νίκος Δερτιλής, Σταύρος Γιαννακόπουλος

Συντελεστές:

Μετάφραση: Γιώργος Χειμωνάς
Σκηνοθεσία- Επεξεργασία : Δημήτρης Γεωργαλάς
Μουσική: Πλάτων Ανδριτσάκης
Κοστούμια: Δημήτρης Ντάσιος
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Χορογραφίες- Επιμέλεια Κίνησης : Φαίδρα Σούτου
Φωτογραφίες: Αγγελική Κοκκοβέ και φωτογραφία αφίσας Αγγελική Κοκκοβέ
Δημιουργικό: Ανδρέας Πούρνος
Επικοινωνία: Γιώτα Δημητριάδη

 

Έναρξη Πέμπτη 20 Ιουνίου, για 11 μοναδικές παραστάσεις

Πέμπτη 20 Ιουνίου

Παρασκευή 21 Ιουνίου

Σάββατο 22 Ιουνίου

Κυριακή 23 Ιουνίου

Πέμπτη 27 Ιουνίου

Παρασκευή 28 Ιουνίου

Σάββατο 29 Ιουνίου

Κυριακή 30 Ιουνίου

Πέμπτη 4 Ιουλίου

Παρασκευή 5 Ιουλίου

Σάββατο 6 Ιουλίου

Ωρα έναρξης: 21:30
Τιμές: Γενική είσοδος 10 ευρώ/ 5 ευρώ μειωμένο
Διάρκεια: 80 λεπτά

Μπάγκειον, Πλατεία Ομονοίας 19