Συνέντευξη στον Ανδρέα Μπαζαίο

Ο Δημήτρης Καλαντζής μιλάει στο iART για την παράσταση «Το βαλς των δέντρων και του ουρανού», που ανεβαίνει φέτος στο θέατρο Γκλόρια.

Ο εκλεκτός ηθοποιός, σε ένα ρόλο ζωής, ερμηνεύει τον Βαν Γκογκ σε ένα θεατρικό έργο βασισμένο στο βιβλίο του Jean-Michel Guenassia, που πραγματεύεται τον μυστηριώδη θάνατο του μεγάλου καλλιτέχνη.

Σύντομο βιογραφικό και κάποιοι ρόλοι που θέλεις να ειπωθούν..

Το Θέατρο Τέχνης θα αποτελεί για πάντα σημείο αναφοράς για μένα, γιατί είναι το σπίτι μου. Σπίτι σου είναι εκεί απ’ όπου ξεκίνησες, εκεί που ακούμπησαν τα όνειρά σου, εκεί που σε τσάκισαν οι φόβοι σου, εκεί όπου έζησες πολύτιμες στιγμές μοναξιάς, εκεί όπου συναντήθηκες. Πουθενά στον κόσμο δεν νιώθω πιο οικεία από το Υπόγειο του Κουν. Εκεί άρχισα να ψυχανεμίζομαι, τι εστί Υποκριτική. Που είναι ο οδηγός της ζωής μου, μία από τις βάσεις της ύπαρξής μου, ο άξονας που στηρίζονται τα σπλάχνα μου. Αλλά και η προσωπική μου εμμονή. Νοιώθω ότι πραγματικά συμβαίνει κάτι, μόνο αν σε κάθε πρόβα, σε κάθε παράσταση, καταθέτω πάνω στη σκηνή κάτι πολύ προσωπικό, ένα μικρό κομμάτι του εαυτού μου. Την ψυχική και σωματική μου κούραση. Γι’ αυτό ακολουθώ πάντα το δύσκολο δρόμο. Προσπαθώ να ενισχύω τη θέλησή μου για δημιουργία, θέτοντας την επανειλημμένα μπροστά στα αληθινά εμπόδια/προβλήματα που προκύπτουν από το κείμενο. Αγωνιώ για την τέλεια συγκέντρωσή μου την ώρα της δουλειάς…Δεν θέλω ειπωθεί τίποτα από το βιογραφικό μου. Ούτε κανένας ρόλος. Κανένα βιογραφικό δεν γράφει, πώς παίχτηκε ο κάθε ρόλος. Ούτε και τι τράβηξε ο ηθοποιός για να αποδώσει το συγκεκριμένο ρόλο. Οι ώρες που μελέτησες, που έψαξες, που μόχθησες, που προβληματίστηκες, δεν αναγράφονται σε κανένα βιογραφικό. Κι όμως, αυτές είναι το βιογραφικό μας. Η επιθυμία και η αφοσίωση. Και οι θυσίες που αντέχεις να κάνεις. Αυτές είναι η περιουσία μας. Αυτό θέλω να είναι το βιογραφικό μου.

Πώς προσεγγίζεις ένα ρόλο σαν του Βαν Γκογκ;

Έναν και μόνο πίνακα του Βαν Γκογκ αν κάτσεις και παρατηρήσεις στις λεπτομέρειές του, θα καταλάβεις ότι έχουμε να κάνουμε με μία ιδιαίτερη περίπτωση ανθρώπου. Μιλάμε για μια ιδιοφυΐα που άλλαξε το ρου της ιστορίας της ζωγραφικής τέχνης. Όταν καλείσαι να ενσαρκώσεις ένα ιστορικό πρόσωπο και μάλιστα αυτής της εμβέλειας, το πρώτο που πρέπει να κάνεις είναι να μελετήσεις τη ζωή και το έργο του. Αυτό θα είναι το πρωτογενές υλικό που θα χρησιμοποιήσεις για να σκιαγραφήσεις το ψυχολογικό προφίλ του χαρακτήρα, που αποτελεί και τα θεμέλια πάνω στα οποία θα χτίσεις, θα συνθέσεις το ρόλο. Η όλη διαδικασία απαιτεί συνεχή μελέτη και  εμμονική – επιτρέψτε μου την έκφραση – προσήλωση στο στόχο, από την αρχή της έρευνάς σου μέχρι το τέλος, την τελική μορφή του ρόλου στο παραστασιακό αποτέλεσμα. Οι παγίδες και οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν είναι πολλοί. Το εσώτερο περιεχόμενο διασκορπίζεται εάν η μορφή που το ελέγχει είναι αδύναμη. Προσπαθώ να προκαλώ – σε κάθε πρόβα – τον εαυτό μου. Στοχεύω στο ν’ αναδύεται κάθε φορά μια ανάγκη η οποία θα με οδηγήσει να ψάξω με διαφορετικούς τρόπους. Σκαλίζω μέσα μου, για να βρω τον πυρήνα. Κάθε δημιουργία, είναι ένα ταξίδι στα βάθη της ψυχής μας. Στην προκειμένη περίπτωση, είναι και μία βουτιά στο μαγικό, γεμάτο χρώματα κόσμο του Βαν Γκογκ. Ένας είναι ο τρόπος, όταν έχεις να κάνεις με τέτοια προσωπικότητα. Αυτός που θα ακολουθούσε και ο ίδιος: «Προσπαθώ, πασχίζω, το κάνω με όλη μου την καρδιά»…!

Ποιες δυσκολίες καλείσαι να αντιμετωπίσεις όταν πρέπει να ενσαρκώσεις ένα υπαρκτό πρόσωπο;

Η ενσάρκωση ενός υπαρκτού προσώπου πετυχαίνει μόνο όταν μπορέσεις να συλλάβεις τις δύσκαμπτες περιοχές που φυλακίζουν την προσωπικότητα. Πέρα από υπαρκτό πρόσωπο, ο Βαν Γκογκ αποτελεί μία εμβληματική μορφή ιστορικά, που επηρέασε όσο λίγοι τη ζωγραφική και τις Τέχνες γενικότερα. Ο Βίνσεντ ήρθε σε επαφή με τους ιμπρεσιονιστές και επηρεάστηκε απ’ αυτούς. Ο ίδιος κατατάσσεται περισσότερο στους μετά-ιμπρεσιονιστές, αφού χρησιμοποίησε συχνά τεχνικές τους αλλά διαμόρφωσε παράλληλα και ένα πολύ προσωπικό ύφος, το οποίο διακρίνεται από την χρήση συμπληρωματικών – και πιο έντονων – χρωμάτων που οι ιμπρεσιονιστές αποφεύγουν. Η επινόησή του της τεχνικής των στροβιλισμάτων με το πινέλο, έδωσε μία «κίνηση» στους πίνακές του, μοναδική. Όμως η αισθητική του διαμορφώθηκε από πολλές συνθήκες. Οι ρίζες της βρίσκονται στην εσωτερική του επιθυμία για μια άρρηκτη σύνδεση της ζωής του – και κυρίως της ψυχής του – με την Τέχνη. Μέσω της Τέχνης, προσπάθησε να συνδεθεί με το μυστήριο της ύπαρξης. Και σ’ αυτήν αναζήτησε παρηγοριά για το πεπερασμένο της ζωής…ίσως και για μια αγάπη που έψαχνε εναγωνίως και δεν του δόθηκε ποτέ. Ήταν αφοσιωμένος στην τέχνη του. Θεωρούσε πως το έργο του ήταν ένα με τη ζωή του. Όταν έπιανε το πινέλο, εξέφραζε αυτό που βρισκόταν κρυμμένο πίσω από την εξωτερική εικόνα των πραγμάτων, έδινε υπόσταση στον εσωτερικό του κόσμο, ζωγράφιζε σύμβολα. Στην έκφραση, στον τρόπο με τον οποίο αποδιδόταν το αντικείμενο, πίστευε πως κρυβόταν το βασικό κομμάτι της ζωγραφικής. Ο Βίνσεντ απεικόνιζε στα έργα του αυτό που έβλεπαν τα μάτια της ψυχής του, αυτό που αισθανόταν ο ίδιος την ώρα που ζωγράφιζε. Αποτύπωνε στο μουσαμά την ψυχική του διάθεση. Αυτό δημιούργησε μια νέα διάσταση στη μοντέρνα τέχνη που κανείς μέχρι τότε δεν είχε καταφέρει να δει. Χρησιμοποίησε τα χρώματα και το φως, σαν οχήματα αισθημάτων για να μπορέσει να εκφράσει τον εσωτερικό του κόσμο και να επικοινωνήσει με τους γύρω του, μια και στις διαπροσωπικές σχέσεις δεν τα κατάφερνε. Τώρα, για το πως αποδίδονται όλα αυτά πάνω στη σκηνή, μία είναι η απάντηση. Με πολύ και αδιάκοπη δουλειά. Αν δεν σε απασχολεί στην προσωπική σου ζωή, αν δεν φτάσεις στο σημείο να σε απασχολεί εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο…ένας τέτοιος ρόλος…δεν θα σου αποκαλύψει ποτέ τα μυστικά του!

Ποια εποχή από τη ζωή του καλλιτέχνη θα γνωρίσουμε μέσα από την παράσταση;

Το έργο μας βασίζεται στο μυθιστόρημα του Jean-Michel Guenassia, «Το βαλς των δέντρων και του ουρανού». Παρακολουθούμε τους τελευταίους μήνες της ζωής του Βαν Γκογκ, μέσα από τη ματιά μιας γυναίκας που μας αφηγείται τον έρωτά της για τον Βίνσεντ και το έργο του. Είμαστε στο Μάιο του 1890. Ο Βαν Γκογκ καταφθάνει στην Ωβέρ, ένα απομονωμένο χωριό – όχι μακριά, όμως, από το Παρίσι – κοντά στον ποταμό Ουάζ. Επισκέπτεται το σπίτι του γιατρού Γκασέ, ο οποίος έχει αναλάβει να τον κουράρει και γνωρίζει την κόρη του Μαργκερίτ, η οποία ασφυκτιά στα στενά πλαίσια που θέτει για τις γυναίκες ο μικρόκοσμος του χωριού και τις επιβεβλημένες, από την κοινωνία της εποχής, προκαταλήψεις για τους καλλιτέχνες. Η Μαργκερίτ θα είναι ο τελευταίος έρωτας της ζωής του Βαν Γκογκ. Η συνεύρεση τους θα χαράξει τις ζωές και των δύο ανεξίτηλα για πάντα. Μέσα σε αυτό το μικρό χρονικό διάστημα, ο Βαν Γκογκ θα ζωγραφίσει εβδομήντα από τους κορυφαίους πίνακές του, αριστουργήματα που θα αλλάξουν την πορεία της ζωγραφικής, των Τεχνών γενικότερα, της φιλοσοφίας και της λογοτεχνίας. Ο συγγραφέας, μας αποκαλύπτει μια ανατρεπτική εκδοχή για αυτές τις τελευταίες μέρες. Αξιοποιεί τις πιο πρόσφατες ανακαλύψεις για τη ζωή του μεγαλοφυούς ζωγράφου, λούζοντας με νέο φως τα μυστήρια του έργου, της δημιουργικότητας και του θανάτου του.

Πόσο κοντά έρχεται ο ηθοποιός σε ένα ρόλο και πόσο αντικειμενικά μπορεί να τον προσεγγίσει και να μη τον «ωραιοποιήσει»;

Όσο περισσότερο μελετώ τη ζωή του Βίνσεντ, τόσο πιο πολύ πείθομαι ότι κάθε λέξη που έβγαινε από το στόμα του θα πρέπει να ήταν το αποτέλεσμα εικόνων, αισθημάτων και σκέψεων που απλά το σώμα του ήθελε να εκφράσει. Μόλις σας αποκάλυψα τη βάση πάνω στην οποία έχτισα το χαρακτήρα του Βαν Γκογκ. «Παρορμητικός», είναι η λέξη που χρησιμοποιήσαμε με τον σκηνοθέτη της παράστασης, σαν άξονα για να προσεγγίσουμε το ρόλο. Παρορμητικός είναι αυτός που δυσκολεύεται να αντισταθεί στην εσωτερική του επιθυμία και έχει μία ψυχαναγκαστική και ακατανίκητη τάση να την πραγματοποιήσει. Ενδεχομένως και να κατακλύζεται από θυμό όταν δεν πραγματοποιείται άμεσα. Ίσως γι’ αυτό να ήταν τόσο βαρυφορτωμένη αλλά και τόσο εκφραστική η κάθε του πινελιά! Ο Βίνσεντ αντιλαμβανόταν τα ερεθίσματα με αφύσικη, οδυνηρή – για τον ίδιο και για τους γύρω του, πολλές φορές – ένταση. Είχε έναν αέρα ανυπακοής στο χαρακτήρα του και μια αποστροφή για τις κοινωνικές νόρμες. Ήταν πολύ ευέξαπτος και δυσκολευόταν πολύ στις σχέσεις του και στην επικοινωνία με τους ανθρώπους. Για να αποδοθεί σωστά ένας ρόλος και να ολοκληρωθεί σαν χαρακτήρας πρέπει να δώσεις την ίδια σημασία και στα θετικά και στα αρνητικά στοιχεία του. Η ουσία της Υποκριτικής είναι να εισδύσεις στον τρόπο σκέψης του ρόλου σου, να τον αισθανθείς μέσα σου. Σε κάποιο σημείο, η κατανόηση του ρόλου απαιτεί την ταύτιση.

Τελικά ο Βαν Γκονγκ είχε ψυχολογικές διαταραχές και τι ρόλο πιστεύεις ότι έπαιξαν αυτές στην Τέχνη του;

Ο Βίνσεντ, ήταν ο μεγαλύτερος από τα συνολικά οκτώ παιδιά της οικογένειάς του, γιός του πάστορα Θεόδωρου Βαν Γκογκ. Ήδη τα πολύ νεανικά του χρόνια παρουσίασε τάσεις μελαγχολίας και πρώιμα ψυχολογικά προβλήματα. Πέρασε κατάθλιψη και το 1889, σε ηλικία 36 ετών, εισήχθη οικειοθελώς στο ψυχιατρικό κέντρο του μοναστηριού του Αγίου Παύλου στο Σαιν Ρεμύ, όπου παρέμεινε συνολικά για περίπου έναν χρόνο. Παρουσίαζε συμπτώματα έντονης κατάθλιψης και αφού εγκατέλειψε την κλινική. Υπάρχει μία αδιάσπαστη σχέση μεταξύ του ψυχολογικού και του σωματικού παράγοντα στον άνθρωπο. Οι αντιδράσεις του με οδηγούν στο να σκεφτώ ότι η συναίσθησή του για το «όμορφο» της ζωής, ήταν αναπόσπαστα δεμένη με μια ιδιαίτερη θλίψη. Συμβαίνει αυτό στις μεγαλοφυΐες. Η κλίμακα μέσα από την οποία λειτουργεί η αισθητική τους είναι πολύ μεγαλύτερη από το μέσο όρο και αυτό έχει σαν αποτέλεσμα ν’ αντιλαμβάνονται τα πάντα σε μεγάλες δόσεις. Η «ομορφιά»,  μπορεί γι’ αυτούς να είναι αβάσταχτη…Ο Βίνσεντ, όμως, έπασχε και από επιληψία του κροταφικού λοβού. Πριν από τους σπασμούς, συνήθως, ο ασθενής βιώνει μια παράξενη αίσθηση (αύρα), η οποία εκδηλώνεται ποικιλοτρόπως, με οσφρητικές, οπτικές ή ακουστικές ψευδαισθήσεις. Η αύρα εκδηλώνεται και ως τροποποιημένη αντίληψη της πραγματικότητας, επαναλαμβανόμενες αναμνήσεις ή ξαφνικό αίσθημα ανησυχίας ή φόβου. Δεν ξέρω σίγουρα αν όλα αυτά μεγεθύνουν την αντιληπτική ικανότητα ή οξύνουν τις αισθήσεις. Ή αν δικαιολογούν το να θέσουμε το μέγεθος της δημιουργικότητας του σε νευρολογική βάση. Υποθέτω, όμως, ότι φτιάχνουν έναν κόσμο μέσα του, στον οποίο μπορούσε να καταφεύγει και να επεξεργάζεται ανενόχλητος τα όποια ερεθίσματα δεχόταν και να τους δίνει τη δική του ξεχωριστή ερμηνεία, φιλτράροντάς τα με το τρομακτικό ταλέντο του. Γι’ αυτό και η ζωγραφική του εκδηλώνει μια υπερένταση, είναι συγκινησιακά φορτισμένη. Είμαι σίγουρος, ότι κάθε δημιουργία του, του «κόστιζε» πολύ ακριβά.

Υπάρχει κάποιος ρόλος που θέλεις να εντάξεις στα μελλοντικά σου σχέδια;

Τα σχέδια μου, θα σχετίζονται πάντα με την ανάγκη μου – κάθε ρόλος – να με οδηγεί όλο και πιο βαθιά στις ανεξιχνίαστες περιοχές της ψυχής και του μυαλού μου. Γι’ αυτό αναζητώ κάθε φορά, πολυσύνθετους και πολυεπίπεδους ρόλους, που να σε προκαλούν κάθε ώρα και στιγμή, να μην σε αφήνουν σε ησυχία, να σε οδηγούν στα έσχατα όρια της προσωπικότητας και της νόησης σου. Η Υποκριτική δεν είναι απλά μια δουλειά για μένα. Είναι τρόπος ζωής. Καθορίζει την καθημερινότητά μου. Ορίζει τον τρόπο που ζω. Η κάθε μέρα μου είναι μια διαρκής προετοιμασία για την πρόβα και την παράσταση που έρχεται. Ο ηθοποιός οφείλει να δουλεύει συνεχώς. Απλώς, όταν είναι σε παράσταση, οι εσωτερικές του διεργασίες περιλαμβάνουν και αποδέχονται το γεγονός ότι υπάρχει κοινό που τον παρακολουθεί. Μετά το πέρας των παραστάσεων, ο ηθοποιός απομονώνεται και συνεχίζει τη δουλειά του. Μεγάλη μου επιθυμία είναι να συνεχιστεί η ενασχόλησή μου με το Αρχαίο Δράμα. Με απασχολεί στο μέγιστο βαθμό το γεγονός της μελέτης των κειμένων των Αρχαίων Ελλήνων ποιητών, της σπουδής της υποκριτικής τέχνης σε ανοιχτά θέατρα, καθώς και της εύρεσης νέων τρόπων έκφρασης.

 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

 «Το βαλς των δέντρων και του ουρανού»

Οι τελευταίες μέρες ενός από τους σημαντικότερους ζωγράφους όλων των εποχών, του Βίνσεντ Βαν Γκογκ. Μια παράσταση βασισμένη στο βιβλίο του Jean-Michel Guenassia για τον μυστηριώδη θάνατο του μεγάλου καλλιτέχνη μέσα από τον έρωτα μιας γυναίκας που τόλμησε να δει τον ήλιο χωρίς να τυφλωθεί.

Συντελεστές

Κείμενο: Jean-Michel Guenassia

Μετάφραση: Ειρήνη Αποστολάκη

Θεατρική Απόδοση: Ελένη Ερήμου

Κώστας Παπαπέτρου

Δραματουργία: Αντώνης Γαλέος

Σκηνοθεσία: Michael Seibel

Σκηνικό, Κοστούμια: Λαμπρινή Καρδαρά

Μουσική: Κώστας Χαριτάτος

Κίνηση: Έλενα Κουρκούλη

Φωτισμοί: Αντώνης Παναγιωτόπουλος

Motion Graphics Βαγγέλης Καλαϊτζής –

Βοηθός σκηνοθέτη: Γιάννης Μπόγρης

Art Work: Λουκάς Μελάς

Φωτογραφίες: Γιώργος Καλφαμανώλης

Παραγωγή: ΦΙΛΟΘΕΑΤΟΝ ΑΕ

Ερμηνεύουν

Ελένη Ερήμου

Δημήτρης Καλαντζής

Αντώνης Ραμπαούνης

Ελένη Δαφνή

Γιάννης Μπόγρης

Θέατρο Γκλόρια

Ιπποκράτους 7, τηλ. 210 3600832

Ανδρέας Μπαζαίος

Ανδρέας Μπαζαίος

Πάνω από είκοσι χρόνια σε εφημερίδες, έχασε όλα του τα μαλλιά, με αυτά που έχει βιώσει! Στο iART γράφει, σκουπίζει, καθαρίζει και φωτογραφίες… συγυρίζει. Δεν ανέχεται τη βλακεία και την αχαριστία.

Δείτε επίσης