Συνέντευξη στην Άννα Παχή

Με αφορμή την εξαιρετική έκθεση «TSEKLENIS – Τα Χρόνια της Μόδας» που παρουσιάζεται στο κέντρο πολιτισμού ΦΟΥΓΑΡΟ, στο Ναύπλιο έως τις 2 Δεκεμβρίου, ο Γιάννης Τσεκλένης, μέρος της πάντα ζωντανής ελληνικής ιστορίας, μιλά στο iart.gr

Τι σας ώθησε στη Μόδα;

Υπήρξα ερασιτέχνης ζωγράφος από παιδί. Μαθητής ακόμη, ξεκίνησα να εργάζομαι στην επιχείρηση εισαγωγής υφασμάτων του πατέρα μου. Τροφοδοτούσε την  -όση υπήρχε τότε – υψηλή ραπτική που έφτιαχναν οι «μεγαλομοδίστρες». Τα υφάσματά μας τα αγόραζαν αντίστοιχες μεγάλες εταιρείες της Γαλλίας, Ιταλίας και  Αγγλίας, προμηθεύοντας τους εκεί Οίκους. Γαλουχήθηκα σε αυτήν τη δουλειά, εντρύφησα στο Marketing και τη Μόδα, αναπτύσσοντας προσωπική διαφημιστική δραστηριότητα, σε συνδυασμό με το καλλιτεχνικό μέρος. Στην οικογενειακή επιχείρηση, ήμουν υπεύθυνος για τις  παραγγελίες από το εξωτερικό. Στα 26, συνεργαζόμουν με πελάτες όπως ο «Μεταξάς», σχεδιάζοντας  συσκευασίες, φιάλες, καθώς και μελέτες για καμπάνιες στο εξωτερικό, αλλά και την «Αιγαίον», τη δεύτερη κλωστοϋφαντουργία της Ελλάδας.  Ήταν ο πατέρας μου που –λίγο πριν πεθάνει – είπε «Μην αφήσεις τη Μόδα».

Ήταν εύκολο;

Τότε δεν υπήρχε πληροφόρηση. Σήμερα, αρκεί να επισκεφθείς μια premiere’ vision στο Παρίσι για να μάθεις τις τάσεις της μόδας για τα επόμενα δυο χρόνια. Οι ειδικοί έχουν επεξεργασθεί τις συμπεριφορές του κοινού, τις τάσεις των χρωμάτων, την παραγωγή των εταιρειών.. Τότε, η μόδα  ερχόταν με πέντε μήνες καθυστέρηση, μέσω κάποιων περιοδικών.

Παρόλα αυτά…

Όταν έχασα τον πατέρα μου, για να δικαιολογήσω στον εαυτό μου την ενασχόληση με την οικογενειακή επιχείρηση και το εμπόριο, άρχισα να σχεδιάζω υφάσματα. Είχα εξοικειωθεί με την παραγωγή. Έμαθα την τεχνική της τυποβαφής, να φτιάχνω διαφορετικούς χρωματικούς συνδυασμούς, να ακολουθώ τις εκτυπώσεις, να ελέγχω την ποιότητα, τα φινιρίσματα.. Το 1965, έφτιαξα την πρώτη μικρή συλλογή, τέσσερα –πέντε prints με τα χρώματά τους. Άρεσαν πολύ στον Ντίμη Κρίτσα, πελάτη μου, νέο designer τότε. Πρότεινε να φτιάξουμε μια σειρά φορεμάτων με αυτά και να λάβουμε μέρος στη μεγάλη εκδήλωση του Δημοσιογραφικού  Οργανισμού Λαμπράκη. Η έναρξη θα γινόταν στη Θεσσαλονίκη, με στάσεις στη Βηρυτό, τη Βενετία και την Αλεξάνδρεια, ενώ το πανηγυρικό φινάλε, στην Αθήνα. Αυτά τα πρώτα prints έτυχαν πολύ θερμής υποδοχής, έκαναν εντυπωσιακή αίσθηση, ήταν κάτι διαφορετικό.

Οπότε συνεχίσατε.

Αποφασίσαμε να κάνουμε μια μεγαλύτερη συλλογή, να την παρουσιάσουμε εκτός Ελλάδος. Σχεδίασα δέκα prints σε μετάξι κι ο Κρίτσας έκανε τη ραφή. Τότε δεν μου περνούσε από το μυαλό να ασχοληθώ με αυτό. Με μεγάλες οικονομικές θυσίες πήγαμε στη Νέα Υόρκη. Την παρουσίαση οργάνωσε ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού. Καθώς δεν είχαν κάτι άλλο να δείξουν για την Ελλάδα, έβαλαν όλα τους τα δυνατά, το θεώρησαν πολύ ωραίο. Η παρουσίαση έγινε στο υπερπολυτελές Saint Reagis Hotel, της 5ης Λεωφόρου, μπροστά σε κορυφαίους αμερικανούς merchandisers και δημοσιογράφους μόδας. Γίναμε μεγάλη είδηση εκείνη τη νύχτα. Ως αποτέλεσμα,  αγοράστηκε όλη η συλλογή από την Elisabeth Arden Couture, που συνεργαζόταν με έναν οίκο υψηλής ραπτικής, και  καλλιτεχνικό διευθυντή τον Καστιγιό. Τις αγορές  έκανε η ίδια η Elisabeth Graham – Arden, 87 ετών τότε. Είναι συγκινητικό πως όταν έλαβε την παραγγελία, (5.000 μέτρα υφασμάτων, πατρόν και σχέδια του Κρίτσα), για δειγματισμό και πώληση, μας έγραψε ένα συγχαρητήριο – ευχαριστήριο γράμμα. Αυτό δεν μου έχει ξανασυμβεί.

Έτσι, ξεκινήσατε.

Από εκεί και πέρα τα πράγματα έγιναν εξαιρετικά γρήγορα. Ακολούθησε ένα μεγάλο συμβόλαιο με την  σημαντική εταιρεία, Puritant Fashion Co. Τα ρούχα μοιράστηκαν ανάλογα με το πελατειακό προφίλ, νεανικά και πιο επίσημα, ενώ πραγματοποιήθηκε καμπάνια, στην οποία έπαιξε μεγάλο ρόλο ο Αριστοτέλης Ωνάσης, που θεώρησε πολύ ενδιαφέρον αυτό που κάναμε. Μόλις είχε ανοίξει  τις απευθείας πτήσεις για Νέα Υόρκη, οπότε προσέφερε γύρω στα 20 εισιτήρια στους επικεφαλής των εταιρειών, οι οποίοι ήρθαν στην Ελλάδα για φωτογραφίσεις. Η Vogue, το Harper’s Bazaar και άλλα. Η καμπάνια ήταν αφιερωμένη στην Ελλάδα, η Ελλάδα όμως δεν τη  χάρηκε. Το 1967 η καμπάνια έτρεχε στην Νέα Υόρκη, την ώρα που η χώρα μας υπέφερε από τη Χούντα. Βέβαια, από τις χούντες και τις κρίσεις, μπορεί να προκύψει και κάτι θετικό, αρχίζουν οι έξω να μαθαίνουν που βρίσκεσαι.  Για τους Αμερικανούς, η Ελλάδα βρίσκεται «κάπου εκεί κάτω». Έχω λάβει επιταγή 5.000 δολαρίων από κατάστημα του Χιούστον στο Τέξας, με διεύθυνση Athens – Italy.

Θεωρούσα ότι  η Ελλάδα έκανε κινήσεις να μπει στον παγκόσμιο χάρτη, πριν τη Χούντα ακόμη.

Δε γινόταν καμία απολύτως. Η μόνη ίσως σχετική κίνηση, χωρίς όμως θεαματικό ή εμπορικό αποτέλεσμα, παρά μόνο σε κλειστούς κύκλους, ήταν η ομάδα των Ελλήνων δημιουργών παραδοσιακής μόδας. Επρόκειτο για εξέλιξη της υπέροχης δουλειάς που είχαν κάνει η Εύα Σικελιανού, κατόπιν η δεύτερη σύζυγος του ποιητή, Άννα, ο Μάριος Αθανασιάδης, η Ελένη Κόκκου, η Αμαλία Φρόντζου και ο Γαλάτης στη Μύκονο, για να αναφέρω μερικούς. «Μόδα του αργαλειού» θα τη λέγαμε, cottage industry με πολύ ενδιαφέροντα κομμάτια. Τώρα, κάτι παρόμοιο κάνουν οι Zeus & Dion.  Ήταν πολύ κοντά στο φολκλόρ, το  Υπουργείο Εμπορίου δεν ήξερε τι να τα κάνει, αν και προσπαθούσε. Είχε μια ομάδα από δέκα περίπου μοντέλα, τις καλύτερες ελληνίδες, μεταξύ των οποίων, κορυφαία, η από τότε σύντροφός και κατόπιν γυναίκα μου, Έφη Μελά. Ταξίδευαν στις πρεσβείες και παρουσίαζαν τα ρούχα. Ήταν πολύ όμορφα, όμως μετά από λίγο, δεν μπορούσαν να φορεθούν. Αριστουργήματα, αλλά καθόλου πρακτικά. Όταν ξεκίνησα, η πρόκληση ήταν να αποδείξουμε πως «όταν βλέπεις στο εξωτερικό Έλληνα με γραβάτα, δεν είναι αποκλειστικά εφοπλιστής». Ανοίχτηκαν οι αγορές με μεγάλες ταχύτητες. Βέβαια, αν δεν κινιόσουν γρήγορα, έχανες την ευκαιρία.

Δε σταθήκατε ποτέ…

Επί πολλά χρόνια ήμουν στη μόδα «ως τα μπούνια». Θέλησα –και κατάφερα – να δημιουργήσω  βιομηχανική εγκατάσταση στην Ελλάδα, ανοίχτηκα στις αγορές του εξωτερικού, έκανα shows στήριξης των  licensees.. Απέκτησα σημαντικό πελατολόγιο και «όνομα» σε Αμερική, Δανία, Σουηδία, Αυστραλία, Ιαπωνία, μικρότερες χώρες όπως μερικές της Αφρικής.  Λιγότερο στη Γαλλία και την Ιταλία καθώς είχαν ήδη δική τους μόδα. Χάρη στους licensees δημιούργησα αγορές σε απίθανα μέρη, που δε θα μπορούσα να πάω διαφορετικά. Ήταν η Berkertex των Selfridges στην Αγγλία με 110 μαγαζιά, αργότερα η Frank Usher με 120 περίπου, συμπεριλαμβανομένων των Harodd’s και άλλων μεγάλων καταστημάτων. Στη Γερμανία 11 εργοστάσια, από το ’67 μέχρι το ’69, κατασκεύαζαν ζέρσεϊ, ζακάρ και prints, τα οποία πουλούσαν σε 300 καταστήματα. Οι Αμερικάνοι με έβαλαν σε 2200 καταστήματα, μέσω της David Crystal. Τους έστελνα κάποιες κατηγορίες υφασμάτων κι άλλα τα έφτιαχναν εκεί, πάντα με καλλιτεχνική καθοδήγηση και τεχνική εποπτεία. Η ελληνική μονάδα ολοκληρώθηκε το ‘74. Το ‘75 με επισκέπτεται το πρώτο κρούσμα μελανώματος στο αριστερό χέρι. Αυτό σοκάρει καταρχάς τις Τράπεζες, που φρενάρουν τη χρηματοδότησή μου. Το ‘77 το χέρι μου ακρωτηριάζεται, κλείνουν «πόρτες και παράθυρα».  Φεύγω από την Ελλάδα για δυο χρόνια και επιστρέφω, χάρη στον πρωτοπόρο Έλληνα επιχειρηματία Γεωργακά, ιδιοκτήτη του Μινιόν, που προτείνει να στήσουμε και πάλι το ελληνικό όνομα εδώ και το εξωτερικό.

Κι ύστερα;

Η ιστορία κρατά έως το ‘91 όπου ξαναμπαίνω στις μεγάλες αγορές του εξωτερικού. Βέβαια, γινόντουσαν παραγωγές μου μέσω των licensees με κέντρο τη Νέα Υόρκη. Είχα γραφείο εκεί, πουλώντας δικαιώματα και σχέδια, δουλεύοντας από το σπίτι. Αργότερα, ανέλαβα μια πολύ δύσκολη ευθύνη, έγινα πρόεδρος της Πειραϊκής – Πατραϊκής. Ασχολήθηκα με την ελληνική κλωστοϋφαντουργία και τη διάδοση του ελληνικού ονόματος. Προσπάθησα να οργανωθεί ένα κεντρικό marketing για να λανσάρουμε πολλά ονόματα μέσα από αυτήν. Ήταν και πολιτικό θέμα, της «χρέωναν» τη στήριξη του ΠΑΣΟΚ. Άλλωστε κι εγώ ήμουν επιλογή του Ανδρέα Παπανδρέου, για να αναπτύξω αυτού του είδους το marketing. Είχα συνεργαστεί με μεγάλη επιτυχία με αντίστοιχη εταιρεία της Γερμανίας, αντλώντας σημαντική τεχνογνωσία. Δυστυχώς, είδα ότι η Ελλάδα δεν σηκώνει κεφάλι, δεν καταλαβαίνει τίποτα, αν και, τo 1988 έγινε 12η εξαγωγική χώρα σε έτοιμα ενδύματα, μόνο προϊόντα φασόν. Συνειδητοποίησα πως πλησίαζε η ώρα που θα καταπέσουν τα σύνορα, θα χαθούν εταιρείες. Το ’91, φόρεσα το καπέλο μου, έκλεισα το μάτι στον κόσμο κι έφυγα. Έκανα μια πολύ ωραία αναδρομική συλλογή χρησιμοποιώντας 20000 μέτρα μεταξωτών υφασμάτων που είχα φυλάξει, η οποία πουλήθηκε όλη, κι έφυγα από τη μόδα. Ασχολήθηκα με τις άλλες μου αγάπες, σχεδιάζοντας μόδα ζωής, σε αντικείμενα διαχρονικά. Δημιούργησα τα art boutiques hotels στην Ελλάδα, (διεκδικώ τον τίτλο της πρωτιάς), έκανα οικιστικά σύνολα. Είχα ήδη σχεδιάσει εσωτερικά –εξωτερικά όλον τον παλιό στόλο της ΟΑ, καθώς και τα καινούρια Μπόινγκ 767, τα οποία ξεπούλησε η κυβέρνηση Μητσοτάκη, κι έμεινα απλήρωτος, κάπου 1.000.000 δολάρια.

Ασχοληθήκατε με το σχέδιο σε πολλά και διαφορετικά πράγματα. 

Ένας συνάδελφος που δε ζει πια, ο Μάσιμο Βινιέλι, μεγάλος designer του Μιλάνου έχει πει «αν σχεδιάσεις κάτι,  σχεδιάζεις τα πάντα» («if you design one thing, you can design any thing»). Αφού μπορούσα να κάνω επαναστατικά υφάσματα, μπορούσα να κάνω κι επαναστατικά καταστήματα. Μπήκα δυναμικά στο «πακέτο» της αισθητικής, της πώλησης. Έφτιαξα την εταιρική ταυτότητα της δουλειάς μου, λόγω των σπουδών μου στη διαφήμιση. Όχι σε πανεπιστήμιο, αλλά μελετώντας μια τεράστια βιβλιογραφία, τελείως αμερικάνικη. Εκεί εστίασα, στα τρυφερά χρόνια  από το ‘56 μέχρι το 60. Το να κάνω αργότερα τα λεωφορεία, τα τρόλεϊ ή τα τρένα, ήταν παιχνίδι. Τα δε οικιστικά μου σύνολα, ασχολούμενος με τον αρχιτεκτονικό προ-σχεδιασμό και στη συνέχεια σε συνεργασία με τον αρχιτέκτονα και τον πελάτη, είναι δημιουργίες τέτοιες, που να θέλω να ζήσω μέσα τους. Όχι ένα σχέδιο ταιριαστό με την επιθυμία του πελάτη να «εκπλήξει». Επιθυμώ ένα σπίτι ταπεινό, μπρούτο, ωραίο. Να έχει χρώματα στην ύλη του, γήινο. Χρησιμοποιώ φαγωμένα μάρμαρα στα δάπεδα, δίνω εξαιρετική σημασία στα λουτρά επειδή πρεσβεύω ότι «η Ευρώπη πλύθηκε πρώτα στην Ελλάδα». Υπάρχει πάντα ελληνικότητα σε ότι κάνω. Ρωτώ, όσους θέλουν να συνεργαστούμε, αν έχουν δει τη δουλειά μου. Αν καταλαβαίνουν αυτό που κάνω, επειδή αυτό είναι. Δεν πρέπει να περιμένουν από εμένα γυαλισμένα μάρμαρα και επίχρυσα σοβατεπί.

Μετανιώσατε ποτέ;

Η φίλη μου Σάντυ Τσαντάκη, σε μια συνεργασία με το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, με ονόμασε «αισθητικό ευπρεπιστή». Όχι, δεν έχω μετανιώσει. Μετανιώνω για τις απώλειες που έχω υποστεί, για τις ζημιές που έχω πάθει, επειδή η επιμονή και το πείσμα μου ήταν να δουλεύω από την Ελλάδα για τον κόσμο. Αυτό-δικαιολογούμαι ότι έχω μανία με την Ελλάδα. Για αυτό γίνομαι πολύ αντιπαθητικός, όταν μιλάω για τα χάλια που έχουν προκαλέσει οι αρχιτέκτονες που κατέστρεψαν –με άρχοντα το γέρο Καραμανλή- την Αθήνα και την έκαναν μοντέλο πάνω στο οποίο χτίστηκε όλη η επαρχία, αυτό το τριτοκοσμικό στυλ. Κατέστρεψαν το ιστορικό κέντρο της πόλης, τα πανέμορφα μικρά νεοκλασικά. Αν δείτε αεροφωτογραφίες του ‘32 θα δείτε μια υπέροχη πόλη, όχι αυτό το τουρκοχώρι.

Μάλλον έχετε δικαιωθεί ως προς αυτό. 

Η πόλη έχει καταστραφεί, ζούμε μια γραφικότητα λόγου. Δυστυχώς, την ώρα που γινόταν αυτή η καταστροφή, ήμουν πολύ νέος, δε με απασχόλησε το ζήτημα, δε φαντάστηκα ποτέ τι θα μπορούσε να συμβεί. Γκρεμίστηκε η γωνία που βρισκόταν το κατάστημά μας  και λάβαμε ένα τμήμα της οδού Ερμού. Κοίταζα ένα κτίριο καινούριο, σύγχρονο, καθαρό. Εντάξει, δε με πείραξε. Όταν σκέφτομαι, 30 χρόνια αργότερα εκείνο που έγινε εις βάρος του ταπεινού μεν, πανέμορφου δε κτιρίου που υπήρχε, με πιάνει τρέλα.

Όμως, έχετε ζήσει και όμορφες στιγμές.

Βέβαια. Δεν παύω όμως να έχω την πίκρα και την έλλειψη της ολοκληρωτικής επιτυχίας. Όταν έχεις ασχοληθεί τόσο πολύ με κάτι, θέλεις και μια οικονομική επιτυχία. Προσωπικά δεν μπόρεσα να φτιάξω τίποτα, έχω χάσει μόνο από αυτήν τη δουλειά. Έφτιαχνα, έχανα, ξαναέφτιαχνα, ξαναέχανα.

Δεν πτοείστε όμως, συνεχίζετε.

Μα… ζω από τη δουλειά μου, δεν το κάνω από χόμπι. Φέτος ήταν η πρώτη φορά που ασχολήθηκα με μοντέρνα κτίρια αλλά μπόρεσα να το κάνω με το δικό μου τρόπο. Ανέλαβα πέντε βίλες του ξενοδοχείου «Αμάντα Κολοσσός», στη Ρόδο που έχουν θέα στη θάλασσα. Τους έδωσα χρώμα, ύφος, έβαλα διακοσμητικά θέματα, όλα στο χρώμα της θάλασσας που βλέπει κανείς από τα παράθυρα. Όταν τα ανέβασα στο  facebook, εκατοντάδες άνθρωποι μου έγραψαν ότι οι βίλες φαινόντουσαν να βρίσκονται μέσα της. Αυτό ακριβώς  ήθελα να πετύχω.

Πιστεύετε ότι επιστρέφουμε σε μια καλύτερη αισθητική;

Αυτό οφείλεται στα πολλά μορφωμένα παιδιά, που  θα βρεθούν ή βρίσκονται επικεφαλής των επιχειρήσεων και κατανοούν αυτό που λέω επιγραμματικά και το διδάσκω από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο μέχρι την πρώτη βαθμίδα εκπαίδευσης: Το πρόβλημα της Ελλάδας, είναι πως η βιομηχανία και το design βρίσκονται μονίμως σε σχέση ανέραστη. Ούτε φλερτ. Είναι  δυο δρόμοι που δεν υπήρξαν ποτέ παράλληλοι. Από τη μια η παραγωγή, από την άλλη, το design. Τώρα το design έγινε της μόδας, σαν το μπαλσάμικο και το σούσι, όλοι ασχολούνται με αυτό. Έχουμε  παιδιά που σπούδασαν και σπουδάζουν  εδώ και στο εξωτερικό. Υπάρχουν πολύ καλές σχολές, οπότε, όλο αυτό το output στην αγορά, θα ξεπεράσει, ελπίζω,  το πρόβλημα της έλλειψης παραγωγής. Για αυτό σας λέω πως δεν έχω ελπίδα. Αν υπήρχε βιομηχανική παραγωγή, θα έπεφτε με τα μούτρα στο ελληνικό design και θα έκανε θαύματα στο διεθνή χώρο. Χωρίς παραγωγή, που θα γίνουν αυτά, δε μπορούν να γίνουν όλα offshore.. τέτοιες  παραγωγές είναι χρήσιμες για να πάρεις και την πρόσθετη αξία, αλλά πρέπει να φτιάξεις brand, επωνυμία. Να έχεις την οικονομική δυνατότητα να αναθέσεις και να παρακολουθήσεις την ανάπτυξη του προϊόντος, να το φέρεις στη χώρα, για να το πουλήσεις. Το 2005 η τότε leader εταιρεία DIMCO τροφοδοτούσε με επαγγελματική ένδυση, εισάγοντας από την Άπω Ανατολή και την Αμερική κυρίως, πολλές μεγάλες εταιρείες. Κάναμε καταπληκτική δουλειά, υπήρχε όμως η οικονομική δύναμη. Μπόρεσε και πήγε σε χώρες όπου βρήκε τις καλύτερες  κατασκευαστικές πηγές. Κίνα αρχικά και ύστερα, με καλύτερες ποιότητες στην Ινδία. Με το που τις «μπουμπουνίσαμε»  στην αγορά το 2007, άρχισε η κρίση κι η εταιρεία πια υπολειτουργεί. Έτσι, δεν συνεχίσαμε.  Όλα είναι πολύ ωραία στο χαρτί, στην πραγματικότητα χρειάζονται χρήμα. Με την κρίση δεν υπάρχουν πλέον εταιρείες που κάνουν τέτοιες δουλειές. Για αυτό και αν πάτε σε μια έκθεση ελληνικών προϊόντων ή προϊόντων design θα δείτε ότι φτιάχνουν μόνο αντικείμενα που είναι για τα καταστήματα των ξενοδοχείων, ή τα πωλητήρια των μουσείων.

Διατηρείτε επαφή με τους τωρινούς Έλληνες σχεδιαστές;  

Σαφώς, αν και μερικοί με έβριζαν παλαιότερα γιατί τους μάλωνα. Το 1970 – και το λέω με αναίδεια – έφερα στην Ελλάδα τους κορυφαίους συντάκτες μόδας από όλον τον κόσμο,  μετά από μια υπέροχη, οχτασέλιδη  παρουσίαση που πέτυχα στο περιοδικό Life. Όσοι έλαβαν μέρος, προσπαθούσαν να συμμετάσχουν με τους δικούς τους όρους. Είχα εξασφαλίσει το editing από την κορυφαία συντάκτρια μόδας Sally Kerkland του Life, την οποία σεβόντουσαν όλοι, παρασημοφορημένη από την Ιταλική Κυβέρνηση. Εδώ οι δικοί μας την έβριζαν. Η διχόνοια είναι ιός που βασιλεύει στη χώρα μας εδώ και πέντε χιλιάδες χρόνια. Όταν τελείωσε η εκδήλωση, κάποιοι συνειδητοποίησαν ότι έπρεπε να συνεχίσουν έξω, δεν το έκαναν όμως. Τους μάλωνα για αυτό, επειδή δεν προχωρούσαν στο εξωτερικό. Είχαν ανοίξει οι πόρτες, είχαν γίνει γνωστοί.. Στήθηκε όλη αυτή η ιστορία για να γίνουν «συνοικιακές κομμώτριες»; Αυτό τους είπα. Για λίγο τότε, ακούστηκαν δυο –τρία ονόματα. Ύστερα χάθηκαν κι έμεινα πάλι μόνος στο διεθνή χώρο. Έκτοτε, όταν άρχισε το φαινόμενο «ελληνική τηλεόραση» και τα ιδιωτικά κανάλια, όλοι οι σχεδιαστές μόδας ήταν στα πρωινά παράθυρα. Έχω συλληφθεί να γράφω πολλές φορές σε εφημερίδες ότι αυτοί οι  Έλληνες designers της δεκαετίας του ’90 μεγάλωσαν στα μπούτια της Κορομηλά και το ντεκολτέ της Μενεγάκη. Δεν είχαν τσαγανό να πάνε έξω. Η διασημότητα τους ήταν ντόπια, για να κοκορεύονται και να κουνιούνται στα παράθυρα. Οι  σοβαροί άνθρωποι, όπως η Λουκία, ο Βασίλης Ζούλιας, το καινούριο αστέρι, ο Μπράτης, φέρθηκαν αλλιώς. Άλλοι, όπως η Κατράντζου που αναπτύχθηκε βάσει της δικής μου συνταγής, της θεματικής σχεδίασης υφασμάτων, πήγε έξω και χάλασε κόσμο. Νωρίτερα, επιτυχία γνώρισε και η Σοφία Κοκοσαλάκη. Όλοι οι άλλοι σαπίζουν στο ελληνικό τίποτα. Αντιγράφουν από δω κι από κει. Ο Τύπος ήταν αμόρφωτος σε αυτόν τον τομέα. Ευτυχώς τώρα υπάρχουν fashion editors που σπούδασαν, βλέπουν,  ταξιδεύουν, παρακολουθούν τις διεθνείς τάσεις, είναι ενημερωμένοι. Δεκαπέντε χρόνια πριν, δεν είχαμε τίποτα. Εκθείαζαν τους αντιγραφείς των τάσεων του Μιλάνου.

Θεωρώ πως σε όλη σας τη ζωή ψάχνετε την αισθητική και την ομορφιά. Τι θα λέγατε στον κόσμο που παρά τα προβλήματα προσπαθεί να επιβιώσει. Πως θα μπορούσε να τον βοηθήσει η αισθητική να ξεπεράσει κάποια πράγματα.

Η αισθητική δεν είναι εργαλείο επιβίωσης. Ομορφαίνει. Νομίζω πως η συμβουλή είναι γενική. Η Πολιτεία, να αρχίσει μαθήματα αισθητικής από το δημοτικό, να συνεχίσει με αρμονία χρωμάτων, Ιστορία της Τέχνης, Ιστορία της Μόδας. Να μαθαίνει το μάτι των παιδιών στην ομορφιά, να μην ‘εκπαιδεύεται’ στην ασχήμια. Και βέβαια, να έχει δασκάλους που θα επισημαίνουν τα ‘τέρατα’.  Το ‘98 με ‘99, με το γιό μου Κωνσταντίνο,  εξαιρετικό σκηνοθέτη, κάναμε μια εκπομπή 13 επεισοδίων στην ΕΡΤ1, πάνω σε αυτήν την ιδέα. Είχε τίτλο ‘Καλή κι ανάποδη’. Δείχναμε το καλό και το άσχημο χωρίς να το τονίζουμε. Το δείχναμε σε βαθμό γελοιότητας οπότε,  όταν σερβίραμε το καλό, το μάτι  ήταν έτοιμο να το δει, χωρίς να ξέρει γιατί. Η εκπομπή είχε σχετική επιτυχία αλλά τόσο δυνατή σημασία, που δεν υπάρχει πια στα αρχεία της ΕΡΤ. Τα ΒΕΤΑ των εκπομπών, όπως ξέρουμε, τα έσβηναν κι έγραφαν επάνω τους ποδοσφαιρικούς αγώνες. Αυτό ήταν ένα μάθημα που έπαιζε δωρεάν. Μιλούσαμε για το κιτς στην έκφραση, στη θρησκεία, στη λατρεία των νεκρών.. Δείχναμε τα νεκροταφεία, τα γεμάτα με πλαστικά λουλούδια, αυτό το απαίσιο, τριτοκοσμικό πράγμα, σε αντιδιαστολή με τα νεκροταφεία του εξωτερικού,  τις διαφορές τους. Το χάλι με τις κολώνες και τα καλώδια της ΔΕΗ στους παραδοσιακούς οικισμούς. Η εικόνα ήταν με αυτά και χωρίς αυτά.  Το χάλι των πινακίδων πάνω στα συρματοπλέγματα. Οποιοδήποτε κτίριο έχει απέξω δεκάδες πινακίδες. Δείχναμε την αισθητική στο λουτρό. Εξηγούσαμε πως δεν είναι ωραίο να έχεις το εργαλείο που ξεβουλώνει στο wc των ξένων, ή τη χλωρίνη επάνω στο νιπτήρα. Δείχναμε την ομορφιά. Είχα πάντα προσκεκλημένο έναν επαΐοντα, με τον οποίον σχολιάζαμε με πολύ χιούμορ το θέμα.

Απλά πράγματα.

Ένα τέτοιο απλό μάθημα χρειάζεται, σε συνδυασμό με τα ειδικά που αναφέραμε πριν, κινηματογράφο, φωτογραφία, ακόμα και την αισθητική του λόγου, την ορθοφωνία. Αν βάλετε τον καλύτερο εκφωνητή ειδήσεων να πει γρήγορα τις λέξεις champions league δε μπορεί να τις πει. Αν του ζητήσετε να πει «Χονγκ Κονγκ», «εκπομπή» θα τα πει λάθος. Έχουμε και τη διαφήμιση από το πρωί ως το βράδυ,  με ντ όλα. Χωρίς ν. Τι να κάνουμε λοιπόν; Όλοι αυτοί διαμορφώνουν μια προφορά κι ο κόσμος τους ακολουθεί. Αυτό ακούει, αυτό προφέρει. Και το ακούει από αυτούς που υποτίθεται ότι ξέρουν. Για αυτό επιμένω στην εκπαίδευση.

TSEKLENIS – «ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΜΟΔΑΣ» – FOUGARO THE GALLERY Nafplion

Διάρκεια έκθεσης:  έως 2 Δεκεμβρίου 2018

Ώρες λειτουργίας: Πέμπτη έως Κυριακή: 12.00 έως 20.00

Δωρεάν ξεναγήσεις για το κοινό:

κάθε Παρασκευή 18.00: Αγγελική Ρουμελιώτη, Υπεύθυνη Συλλογών ΠΛΙ

κάθε Σάββατο 13.00: Γιάννης Τσιόδρας, Ιστορικός – Υπεύθυνος Βιβλιοθήκης Φουγάρου

κάθε Κυριακή 13.00: Δημήτρης Ξανθούλης, επιμελητής της έκθεσης

Τις Κυριακές 25 Νοεμβρίου και  2 Δεκεμβρίου ο Γιάννης Τσεκλένης θα ξεναγεί το κοινό στην έκθεση στις 12.30 & στις 5 μμ.

Επιπλέον, ξεναγήσεις πραγματοποιούνται κατόπιν συνεννόησης για ομάδες και σχολεία

Επιμέλεια: Δημήτρης Ξανθούλης

Γενική εποπτεία έκθεσης: Ιωάννα Παπαντωνίου

Σχεδιασμός:  Σταμάτης Ζάννος

Σύμβουλος:  Νόλη Μωυσή

Γενική είσοδος: 2€ για την ενίσχυση του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος

Τηλέφωνο: 27520 47300

Άννα Παχή

Άννα Παχή

Παιδί της πόλης και Αιγόκερως. Ζει κι εργάζεται στην Αθήνα, γράφοντας για όσα της κάνουν εντύπωση, καλή ή κακή. Έχει εκδώσει τη νουβέλα «Το έπος των Gpeleαίων» και τον Οδηγό Επιβίωσης «Αντρών Εγχοιρίδιον». Της αρέσουν οι σοκολάτες και τα μιούζικαλ.

Δείτε επίσης