200

Της Σοφίας Βαρβιτσιώτη

Η «Ηνωμένη Αντιπολίτευσις» (παράταξη αντιβενιζελική και φιλοβασιλική), μέσα σε κλίμα φανατισμού κέρδισε τις εκλογές του Νοεμβρίου 1920 προκαλώντας στην Ευρώπη κατάπληξη. Πώς ήταν δυνατόν να χάσει τις εκλογές ο Βενιζέλος, ο θριαμβευτής των Σεβρών και υλοποιητής της Μεγάλης Ιδέας, της Ελλάδας «των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών»;

Η νίκη αυτή μπορεί να ερμηνευθεί, αν θυμηθούμε ότι κεντρικό σύνθημα της «Ηνωμένης Αντιπολιτεύσεως» ήταν το περίφημο «Οίκαδε», που σήμαινε τερματισμό της μικρασιατικής εκστρατείας και επιστροφή των στρατευμένων Ελλήνων στην πατρίδα. Ας θυμηθούμε ότι η Ελλάδα ήταν σε πόλεμο από το 1912 (Βαλκανικοί πόλεμοι) και δεν διαφαινόταν σύντομο τέλος στη μικρασιατική περιπέτεια. Για τον απλό κόσμο τελικά μέτρησε περισσότερο η επιστροφή του συζύγου, του πατέρα, του γιου, του αδερφού από το μέτωπο, παρά τα μεγαλεπήβολα σχέδια του Βενιζέλου. Μόνο που τα γεγονότα που ακολούθησαν διέψευσαν την ελπίδα αυτή.

Οι νικητές των εκλογών λίγο μετά τη νίκη τους, με δημοψήφισμα επανέφεραν στο θρόνο τον έκπτωτο βασιλιά Κωνσταντίνο, με μεγάλη πλειοψηφία υπέρ του. Υπενθυμίζουμε ότι η διαφωνία Κωνσταντίνου και Βενιζέλου σχετικά με το «στρατόπεδο» με το οποίο η Ελλάδα θα έπρεπε να συμμαχήσει στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, είχε οδηγήσει στον διαβόητο εθνικό διχασμό. Η επάνοδος του βασιλιά Κωνσταντίνου προκάλεσε μεγάλη δυσφορία στους συμμάχους της Αντάντ, επειδή λόγω της εξ αγχιστείας συγγένειάς του με τον Γερμανό αυτοκράτορα Γουλιέλμο Β΄ τον θεωρούσαν γερμανόφιλο. Έτσι, άρχισαν να αλλάζουν στάση απέναντι στην Ελλάδα. Η γνώμη μας είναι ότι απλώς βρήκαν δικαιολογία, διότι τα συμφέροντά τους δεν συμβάδιζαν πλέον με τα ελληνικά.

Έτσι λοιπόν οι Γάλλοι και οι Ιταλοί άρχισαν να υπογράφουν συμφωνίες με τον Κεμάλ (ο οποίος είχε αποκτήσει ισχυρά λαϊκά ερείσματα και είχε δημιουργήσει κράτος εν κράτει). Ο Κεμάλ τους πρόσφερε μεγάλα οικονομικά προνόμια και ευκαιρίες επενδύσεων στη Μικρασία και σε αντάλλαγμα έπαιρνε πολεμικό εξοπλισμό. Συμφωνία πέτυχε και με τη Σοβιετική Ένωση, η οποία ύστερα από την καθεστωτική αλλαγή του 1917 είχε διαχωρήσει τη θέση της από την Αντάντ και την Ελλάδα. (Εδώ η Ελλάδα πλήρωσε τη συμμετοχή της στην εκστρατεία της Ουκρανίας το 1919 στο πλευρό της Αντάντ.) Με άλλα λόγια ο Κεμάλ εφάρμοσε με εξαιρετική επιτυχία την πολιτική της ενεργητικής ουδετεροφιλίας.

Ταυτόχρονα, οι «σύμμαχοι» σε συνδιάσκεψη που πραγματοποιήθηκε τον Φεβρουάριο-Μάρτιο 1921 άρχισαν να πιέζουν για αναθεώρηση της Συνθήκης των Σεβρών εις βάρος

της Ελλάδας. Ίσως για να πειστούν οι «σύμμαχοι» ότι η Ελλάδα είχε τη δυνατότητα να εξαναγκάσει τον Κεμάλ να δεχτεί τη Συνθήκη, ίσως και για λόγους γοήτρου, η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε προέλαση του στρατού μέχρι τη γραμμή Εσκί Σεχίρ (Δορύλαιον)-Κιουτάχεια-Αφιόν Καρά Χισάρ, με προοπτική να χτυπήσει την Άγκυρα, το κέντρο του εθνικιστικού κεμαλικού κινήματος. Οι Ευρωπαίοι «φίλοι» μας μάς ξεκαθάρισαν ότι δεν θα είχαμε βοήθεια από αυτούς. Ο στρατός μας όμως βρισκόταν πια στα βάθη της Ανατολίας, σε περιβάλλον άγονο, αφιλόξενο και εχθρικό, μακριά από τις βάσεις ανεφοδιασμού του. Έπρεπε να ελέγχει μια περιοχή πολύ ευρύτερη από αυτήν της Σμύρνης και χωρίς να έχει δεχτεί ενισχύσεις. Προσθέστε και τον παράγοντα της κόπωσης, καθώς και το γεγονός ότι το βάρος της εκστρατείας είχε αρχίσει να γίνεται δυσβάσταχτο για την ελληνική οικονομία. Εκτός αυτού, φαίνεται ότι η ελληνική πλευρά είχε υποτιμήσει τον κεμαλικό στρατό.

Τον Αύγουστο του 1921, ο στρατός μας έφτασε στον ποταμό Σαγγάριο, έχοντας διασχίσει μέσα σε αφόρητη ζέστη μεγάλες άνυδρες εκτάσεις και έχοντας φτάσει στα όρια της αντοχής του. Ύστερα από σκληρή και πολύνεκρη μάχη, αναγκάστηκε να αποσυρθεί στη γραμμή Εσκί Σεχίρ-Κιουτάχειας-Αφιόν Καρά Χισάρ. Εκεί παρέμεινε ακινητοποιημένος και με χαμηλό ηθικό μέχρι τον Αύγουστο του 1922, οπότε οι Τούρκοι έκαναν την τελική επίθεση, που οδήγησε στην κατάρρευση του μετώπου, την καταστροφή και τη σφαγή…

Ακουλούθησαν οι πρωτοβουλίες της Επαναστατικής Επιτροπής, η ανακωχή των Μουδανιών, η δίκη και η εκτέλεση των Έξι. Ας μιλήσουμε τώρα για τη Συνθήκη της Λωζάννης, για την οποία τόσος λόγος γίνεται σήμερα και η οποία ήταν η ταφόπλακα της Μεγάλης Ιδέας.

Οι σχετική συνδιάσκεψη ξεκίνησε στη Λωζάννη το Νοέμβριο του 1922 και ολοκληρώθηκε στις 24 Ιουλίου 1923 με την υπογραφή της ομώνυμης Συνθήκης. Συμμετείχαν η Ελλάδα (με εκπρόσωπο –ποιον άλλον- τον Βενιζέλο), η Τουρκία, οι Δυνάμεις της Αντάντ, η Σοβιετική Ένωση και άλλες χώρες που είχαν μετάσχει στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Σύμφωνα με αυτήν, σύνορο Ελλάδας-Τουρκίας ορίστηκε ο Έβρος ποταμός. Η Ανατολική Θράκη, η Ίμβρος και η Τένεδος παραχωρούνταν οριστικά στην Τουρκία, τα Δωδεκάνησα ξαναπαραχωρούνταν στην Ιταλία και αναγνωριζόταν η ελληνική κυριαρχία στα νησιά Λήμνο, Σαμοθράκη, Λέσβο, Χίο, Σάμο και Ικαρία. Σε αυτά τα νησιά δινόταν η δυνατότητα εφαρμογής μέτρων για την αμυντική θωράκισή τους. Η Συνθήκη προέβλεπε μέτρα για την προστασία των δικαιωμάτων των θρησκευτικών μειονοτήτων.

Με ξεχωριστή ελληνοτουρκική σύμβαση κανονίστηκε το ζήτημα της ανταλλαγής πληθυσμών για τους Ελληνορθόδοξους κατοίκους της Τουρκίας (περίπου 1500000) και τους μουσουλμάνους κατοίκους της Ελλάδας (περίπου 500000). Εξαιρέθηκαν οι Έλληνες κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου και οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης. Έτσι νομιμοποιήθηκε η τραγωδία της προσφυγιάς. Ο Ελληνισμός της

Ιωνίας, της Αιολίδας και του Πόντου, ύστερα από σχεδόν τρεις χιλιετίες ιστορικής παρουσίας, έπαψε να υπάρχει…