Συνέντευξη στην Άννα Παχή

Ο Παναγιώτης Σκουλάς και ο Αντώνης Αυγουλλάς, ιδρυτικά μέλη των Group PάrΩdy, μιλούν με χιούμορ και αφοπλιστική ειλικρίνεια για την εμφάνισή τους στην «Σφίγγα», στις 17 Απριλίου, την ιστορία τους και τη σχέση τους με τη μουσική.

Γιατί δημιουργήθηκαν οι Group dy;

Παναγιώτης: Από εσωτερική ανάγκη. Αποτελούν συνέχεια της μπάντας που ιδρύθηκε στη Μυτιλήνη, όταν ήμασταν φοιτητές κι έπαιζε  αποκλειστικά διασκευές. Τελειώνοντας τις σπουδές μας και φτάνοντας στην Αθήνα, αποφασίσαμε να στήσουμε ξανά ένα ντουέτο, να βρούμε ανθρώπους που θα μπορέσουν να το υποστηρίξουν και να φτιάξουμε μια μπάντα που να παίζει και δικό της υλικό.

Τι σπουδάσατε;

Αντώνης: Κοινωνιολογία και οι δύο κι εγώ συνέχισα με Μουσικολογία.

Πως μπλέξατε με τη μουσική;

Παναγιώτης: Ασχολήθηκα από μικρός, λόγω καταγωγής, στενής σχέσης με την παραδοσιακή κρητική μουσική και του πατέρα μου, που είχε έντονη ενασχόληση με αυτήν. Στην αρχή με κλασικές σπουδές κι ύστερα καταπιάστηκα με τα παραδοσιακά όργανα. Κατέληξα στο λαούτο, με το οποίο μπορώ να συνθέτω, να παίζω και να συνοδεύω αυτά που κάνουμε.

Αντ.: Πέρασα από χίλια μύρια μέχρι να κάνω τελικά το απωθημένο μου. Στα έξι, οι γονείς μου με έσπρωξαν στο ακορντεόν, το οποίο δεν ήθελα καθόλου. Μετά πέρασα στα πλήκτρα, σπούδασα κάποια χρόνια κλασικό πιάνο κι εκεί γύρω στα 20, πήρα την απόφαση να κάνω αυτό που ήθελα. Αγόρασα μια κιθάρα και της αφιερώθηκα.

Ποιοι αποτελούν τους Group dy;

Παν.: Η σύνθεση, από το 2017 μέχρι τώρα είναι ο Δημήτρης Καζάνης στο βιολί, ο Σωτήρης Μαυρονάσιος στα τύμπανα, κι ο Άλκης Δήμος στο ηλεκτρικό μπάσο.

Ποιός σκέφτηκε το όνομα;

Αντ: Η πρώτη μπάντα λεγόταν Group Therapy. Φτιάχτηκε επειδή κάναμε παρέα, βρισκόμασταν, τρώγαμε, πίναμε και κάποια στιγμή , έβγαιναν και τα όργανα. Αποφασίσαμε να το συνεχίσουμε. Ήταν αφορμή για να βρεθούμε, να τα πούμε, κάτι σαν ερασιτεχνική ψυχοθεραπεία. Όταν ήρθαμε Αθήνα, είδαμε πως με τη θεραπεία δεν υπήρξε προκοπή, μάλλον έμειναν τα ίδια και χειρότερα. Το ρίξαμε στην παρωδία καθώς, όταν μπήκαμε στο χώρο, είδαμε πως ήταν αρκετά σοβαροφανές το πράγμα «κάνω μουσική» κι εμείς θέλαμε να δώσουμε τη διάσταση πως κάνουμε τραγούδια, βρισκόμαστε, εκφραζόμαστε, περνάμε ωραία, γελάμε, προβληματιζόμαστε. Αυτό.

Παν.: Υπάρχει «δηθενιά» στο χώρο και μια επίφαση σοβαροφάνειας.

Ακούγοντάς σας, σύμφωνα με τη μόδα, θα σκεφτόμουν πως ανήκετε στο έντεχνο. Ποια η γνώμη σας;

Αντ.: Αυτές οι ταμπέλες, μας αφήνουν παγερά αδιάφορους. Έχουν φτιαχτεί στη σύγχρονη ιστορία της μουσικής, εδώ και στο εξωτερικό, από κριτικούς τέχνης ή από  «μεγαλοσυνθέτες» που θέλουν ντε και καλά να πουν ότι κάνουν κάτι διαφορετικό. Δεν έχω θέμα με καμία ταμπέλα, είτε μας λένε έντεχνο, ροκ, παραδοσιακούς.. Η μουσική γίνεται για άλλους λόγους, όχι για να ενταχθεί κάπου. Στην ουσία πρόκειται για εξωτερίκευση, αναζήτηση μέσα από την οποία ανακαλύπτεις πράγματα που δεν ξέρεις και για σένα, μου έχει τύχει πολλές φορές. Είναι ανάγκη για επικοινωνία. Γράφουμε τραγούδια και  χαιρόμαστε όταν βγαίνουν από το δωμάτιο και το στούντιο. Τα ακούει ένας φίλος, ύστερα κάποιος άλλος, κάνει μια κριτική, που ακόμη και κακή να είναι, το ότι μπαίνει σε διαδικασία να ασχοληθεί, είναι πολύ θετικό για μας.

Παν.: Δεν θεωρώ πως ανήκουμε στο έντεχνο. Ούτε στο λόγιο ανήκουμε, ούτε ποίηση μελοποιούμε.

Αντ.: Θέλουμε άμεσο στίχο. Πολλές φορές ο στίχος μας είναι ροκ, όπως η «Πατρίδα» που έχει γράψει ο Παναγιώτης. Ένα κι ένα κάνουν δυο. Υπάρχουν κομμάτια ερωτικά, που έχουν έναν λυρισμό στο ηχόχρωμα, πάλι όμως ο στίχος είναι ξεκάθαρος.

Παν.: Η στιχουργία πρέπει να καταλήγει κάπου. Αν θέταμε μόνον ερωτήματα θα είχαμε γράψει εφτά δίσκους. Εκεί πάμε στην «δηθενιά». Τη συναντούμε πολύ στο στίχο του λεγόμενου έντεχνου. Ιδιαίτερες λέξεις, όπου προσπαθείς να καταλάβεις τι θέλει να πει ο ποιητής. Δεν μας εκφράζει αυτό. Θεωρούμε πως όταν γράφεις τραγούδια θα πρέπει αυτό που έχεις να πεις να το λες ξεκάθαρα, χωρίς να υπάρχει επίφαση για κάτι άλλο.

Αντ.: Καλό θα ήταν να υπήρχαν κι άλλοι Θανάσηδες Παπακωνσταντίνου, αλλά καλώς ή κακώς, είναι μόνον ένας. Μόνον αυτός έχει καταφέρει να ανεβάσει τον στίχο σε τέτοιο σημείο που να μπορεί, ενώ χρησιμοποιεί τόσο πλούσιο το λεξιλόγιο, να αντιλαμβάνεσαι το νόημα. Αν δεν μπορείς να το κάνεις αυτό, γράψε έναν απλό στίχο.

Παν.: Βλέπουμε ανθρώπους της γενιάς μας κυρίως, που μεγάλωσαν σε αστικό περιβάλλον και προσπαθούν να γράψουν σαν τον Θανάση. Δεν γίνεται αυτό. Ο Θανάσης έχει άλλα βιώματα, βρίσκεται σε άλλη κατάσταση, έχει ζήσει αυτά που περιγράφει, δεν είναι φαντασιακά. Το να ψάξουμε για περίεργες λέξεις, σημαίνει πως κάτι δεν πάει καλά. Σαν να έχω ανοίξει το λεξικό, να βρω ποιητικές, ωραίες λέξεις και να τις βάζω σε ένα κείμενο που μπορεί να μην έχει να πει τίποτα. Προφανώς, όσοι το κάνουν καλώς το κάνουν, απλώς εμάς δεν μας εκφράζει κάτι τέτοιο.

Αντ.: Εννοείται πως κάποιοι το κάνουν κι έχει απήχηση. Απλώς εμείς συνεχίζουμε με τον τρόπο μας.

Παν.: Θεωρώ πως ένα βασικό χαρακτηριστικό που υπάρχει σε όλην αυτήν τη διαδικασία, είναι πως δεν ζούμε από αυτό. Έτσι, έχουμε την ευκαιρία να επιλέγουμε αυτά που θέλουμε να κάνουμε, στους χρόνους που θέλουμε και με τον τρόπο που θέλουμε. Δεν πιεστήκαμε ποτέ να κάνουμε live ή συνεργασίες, ούτε κάτι που δεν επιθυμούσαμε. Αν μας αρέσει κάτι, το κάνουμε. Αν όχι, δεν το κάνουμε. Αυτή είναι η βασική μας αρχή.

Πως λειτουργεί μέχρι τώρα;

Αντ.: Κάποτε στα live, από άποψη κοινού, πηγαίναμε λίγο καλύτερα. Αυτό δεν μας πτοεί,  σίγουρα όμως μας προβληματίζει και κάνουμε την αυτοκριτική μας, να δούμε ενδεχομένως τι δεν έχουμε κάνει σωστά. Αυτό που δίνει ώθηση, είναι το πως νιώθεις όταν φτιάχνεις κάτι καινούριο. Τώρα, φτιάχνοντας τα πέντε καινούρια μας κομμάτια (η Ελευθερία από το διπλανό τραπέζι ζήτησε και έλαβε χαρτάκια για τσιγάρο) νιώθουμε ότι βρεθήκαμε πιο κοντά στον ήχο μας. Καλό είναι να σε ακούν πολλοί όταν παίζεις, αλλά δεν πτοούμαστε.

Παν.: Προσωπικά βάζω ως αφετηρία το 2015 που κυκλοφόρησε η πρώτη μας δουλειά. Από τότε μέχρι σήμερα, έχουμε κάνει σπουδαία πράγματα για τα δεδομένα μας. Παίξαμε σε μεγάλες σκηνές, σε εξαιρετικά καλοκαιρινά φεστιβάλ. Από εκεί κι έπειτα, κάθε άνθρωπος  έχει να παλέψει με τους δαίμονές του, ενώ υπάρχει μια καθεστωτική κατάσταση, όπως γίνεται σε κάθε χώρο. Βγαίνει πολύ υλικό, καλό, κακό, μέτριο, δεν έχει σημασία, που δεν έχει ευκαιρίες να ακουστεί. Θα θέλαμε απλώς, εκείνος που θα απορρίψει τη δουλειά μας, να το κάνει αφού την  ακούσει πρώτα. Προφανώς δεν μπορείς να αρέσεις σε όλους, προφανώς δεν έχεις την ίδια αισθητική με όλους, αλλά το να μην ακούγεται η δουλειά σου, είναι παράπονο όχι μόνο δικό μας, αλλά πολλών νέων τραγουδοποιών.

Αντ.: Πολλοί φτιάχνουν μουσική και καλώς. Το θέμα είναι ότι δεν έχουν πρόσβαση και η οικονομική κατάσταση είναι δύσκολη. Θα ήθελα πολύ να πηγαίνω και να στηρίζω όλα τα live, αλλά τίθεται θέμα χρόνου και χρημάτων.

Υπάρχουν πολλοί αξιόλογοι καλλιτέχνες στην Ελλάδα.

Αντ.: Είναι να τραβάς τα μαλλιά σου, αν έχεις. Δεν είναι δυνατόν τα ραδιόφωνα να καθιερώνουν έναν – δύο καλλιτέχνες. Καλή είναι διαφήμιση και τα έσοδα που φέρνει, θα μπορούσε όμως να μην είναι μόνον αυτό. Ας υπάρχουν εκπομπές, αργά το βράδυ, που να παρουσιάζουν νέους δημιουργούς.

Παν.: Τα συστημικά ραδιόφωνα είναι πολύ κόντρα σε αυτό που παράγει η νέα γενιά τραγουδοποιών. Από εκεί και πέρα, είναι θέμα του τι αποφάσεις παίρνει ο καθένας, τι θέλει να ξοδέψει και πόσο θα τον επιβάλλουν. Υπάρχουν υποσυστήματα γύρω από έναν ομόκεντρο κύκλο. Δεν πειράζει όμως, όλα καλά.

Πείτε μου για τις προηγούμενη και την καινούρια δουλειά σας.

Παν.: Το 2015 ηχογραφήσαμε την πρώτη ολοκληρωμένη μας δουλειά με τίτλο «Παράξενοι καιροί», υλικό που συγκεντρώσαμε με τον Αντώνη και προσπαθήσαμε να το διαμορφώσουμε με τους τότε συνεργάτες μας. Συναντήσαμε τον Δημήτρη Μητσοτάκη, που επιμελήθηκε και τις δυο δουλειές μας. Το συμμόρφωσε λίγο, έδωσε ένα πλαίσιο, έτσι ώστε όταν ηχογραφηθεί στο στούντιο να μην είναι ασύνδετο. Καθόρισε τους ρόλους, διόρθωσε κάποια στιχουργικά θέματα. Τον ευχαριστούμε καταρχάς που δέχτηκε να κάνει τις παραγωγές. Είναι αρκετά αυστηρός αλλά και δοτικός. Πρόκειται για ευθύ άνθρωπο, θα σου πει αυτό που έχει να σου πει και θα δοθεί ολόψυχα σε αυτό που κάνεις. Με το «Παράξενοι Καιροί» βγήκαμε στο «σεργιάνι» αυτής της σκηνής. Κατόπιν κάναμε αρκετά live, σε μικρούς και μεγάλους χώρους και πορευόμαστε μέχρι σήμερα. Τον Δεκέμβρη του 2018 κυκλοφόρησε η δεύτερη δουλειά μας, με πέντε πρωτότυπα τραγούδια και τίτλο «Σε λίγο ξημερώνει».

Η έμπνευσή της;

Παν.: Στο «Παράξενοι καιροί» προσπαθήσαμε να βάλουμε σε μια σειρά σκέψεις δικές μου και του Αντώνη. Η δεύτερη είναι προσωπικό στοίχημα, να δούμε πως θα λειτουργήσουμε με τους ανθρώπους που επιλέξαμε και μας επέλεξαν, πως θα διαμορφώσουμε τον ήχο που θέλουμε, έχοντας και την πρότερη τριβή των δέκα χρόνων. Επίσης, πολύ βασικό, που επιθυμούμε να φτάσουμε την μπάντα, πως τα διαφορετικά μας ακούσματα θα  συγκεραστούν, περνώντας τον ήχο που θεωρούμε ότι μας χαρακτηρίζει.

Τι θα ακούσουμε στο επερχόμενο live;  

Αντ.: Παρουσιάζουμε την νέα μας δουλειά στη Σφίγγα, στις 17 Απριλίου. Θα παίξουμε επίσης και κάποιες διασκευές, καθώς και μερικά «πειραγμένα» παραδοσιακά τραγούδια.

«Πειραγμένα»;

Παν.: Τα προσαρμόζουμε στα όργανα που χρησιμοποιεί η μπάντα καθώς και στην αισθητική της. Ηπειρώτικα, νησιώτικα…

Αυτό είναι δίκοπο μαχαίρι νομίζω.

Αντ.: Κάνουμε κάτι πιο ριψοκίνδυνο, όπως και στα δικά μας τραγούδια. Η λογική μας είναι ότι πέντε συγκεκριμένα όργανα, κάνουν ότι μπορούν για να στηρίξουν το κάθε τραγούδι και κάθε τι που φτιάχνουμε με αυτά. Θέλουμε, όταν παίζουμε live, και πολλές φορές μας το έχουν πει αυτό, να ακούγεται πιο ωραία κι από το δίσκο, αν γίνεται. Άπειρα όργανα, πολλοί μουσικοί, διάφορα ηχοχρώματα είναι κάτι που δεν επιθυμούμε, είναι μέσα στο πλαίσιο του έντεχνου που λέγαμε πριν. Έχουν πολυφορεθεί κλαρίνα, γκάιντες, πνευστά.. Εντάξει, πολύ ωραία. Εμείς είμαστε του πιο «ωμού». Επίσης, είναι πρόκληση για μας ως μουσικοί, να εξαντλήσουμε όλες τις δυνατότητες που μπορεί να κρύβει το ηχόχρωμα του οργάνου μας, να το κάνουμε να ακουστεί κάπως αλλιώς. Ο ήχος να είναι δωρικός, όπως και ο στίχος κι όταν κάποιος τα επιλέξει, να ξέρει τι ακούει. Αν κάποια στιγμή αλλάξει ο τρόπος γραφής που επιτάσσει να υπάρχει κάτι άλλο, να υπάρχει αυτό το κάτι άλλο και σαν μπάντα.

Παν.: Γενικά δεν ακολουθούμε αυτήν την τάση. Το να γράψουμε στο στούντιο με άλλα δέκα όργανα, είναι κάτι εύκολο, θεωρητικά. Το θέμα όμως, είναι να μπορεί να παιχτεί και ζωντανά.

Τι βλέπετε στο κοινό, μέσα από τα live;  

Παν.: Γενικά διακρίνω μια «γηπεδοποίηση» και «ομαδοποίηση» του κοινού, σε βαθμό που είναι αποκρουστικός. Η συναυλία ενός αγαπημένου τραγουδιστή που καταλήγει να είναι ένα οπαδικό γλέντι, δεν μας καλύπτει, δεν μας ικανοποιεί. Θεωρούμε πως έτσι, δεν προάγεται η μουσική απλώς ξυπνούν κάποια διονυσιακά ένστικτα που προσπαθούν να εκτονωθούν.

Αντ.: Καλό είναι να εκτονώνονται, χωρίς όμως να κάνουν δύσκολη τη ζωή του διπλανού σου.

Παν.: Σε γενικές γραμμές το κοινό αρέσκεται σε αυτό που ήδη γνωρίζει, δεν έχει διάθεση να ψάξει κάτι διαφορετικό, πρωτότυπο. Θέλει να ακούσει αγαπημένα τραγούδια, αγαπημένων καλλιτεχνών. Πέσαμε στη λούμπα και εμείς, καθώς μια εποχή φτάσαμε να αναπαράγουμε την ίδια ακριβώς playlist.

Αντ.: Πάντως είναι καλό που ο κόσμος πλέον πηγαίνει σε μικρά μαγαζιά, όπως τα τσιπουράδικα, κι έρχεται κοντά. Σταμάτησε η μεγάλη αποξένωση.

Παν.: Αυτό είναι και θέμα ανάγκης, όχι μόνον επιλογής. Άλλαξαν οι συνθήκες, η κρίση άλλαξε τον τρόπο διασκέδασης. Παλαιότερα οι περισσότεροι πήγαιναν στα σκυλάδικα, οπότε τώρα, κάνεις την ανάγκη φιλότιμο και διαμορφώνεται άλλη κατάσταση.

Αντ.: Σαν μουσικοί, δεν λέμε ότι ανακαλύψαμε τον τροχό. Είμαστε αρκετά mainstream απλά, εκείνο που μας ενδιαφέρει είναι το πως θα το δώσουμε στον ακροατή. Εκεί εστιάζουμε.

Παν.: Παλαιότερα που παίζαμε διασκευές βλέπαμε τρομερή ανταπόκριση, μεγαλύτερη από ότι στα δικά μας τραγούδια. Όμως, κάναμε μια επιλογή και τη λουζόμαστε. Δεν επιθυμούμε να είμαστε «αναπαραγωγική μηχανή».

Αντ.: Αγαπάμε πολλούς καλλιτέχνες, απλά, όταν φτιάχνεις κάτι δικό σου κάντο δικό σου. Προτιμούμε να μην αρέσουμε για κάτι δικό μας, παρά να αρέσουμε για κάτι κάποιου άλλου. Τώρα, που θα βγει..

Που θα θέλατε να βγει;

Παν.: Δεν ξέρω αν θέλω να βγει κάπου. Θέλω να συνεχίσουμε μέχρι εκεί που αντέχει το στομάχι μας, η τσέπη μας κι ο ένας τον άλλον. Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι μια συνθήκη. Περνάνε από διάφορα στάδια.

Αντ.: Με τη συχνότητα που έχουν τα live μας, προβλέπω να αντέχουμε για πολύ καιρό. Προσωπικά θέλω να πάει μέχρι εκεί που θα έχω ακόμη την κάψα, όταν βγάζουμε μια δουλειά, να σκέφτομαι ήδη την επόμενη. Να μην κορεστώ από την διαδικασία. Το ιδανικό θα ήταν, να υπάρχει και μια απήχηση, να το επικοινωνήσεις. Αν πάλι δεν έρθει, όλα καλά. Θα ξέρουμε πως το κάναμε όπως μας άρεσε.

Παν.: Λέω πάντα – και μιλάω προσωπικά – ότι όταν ξεκινήσαμε να στήνουμε την μπάντα δε φαντάστηκα ποτέ ότι θα έφτανε εδώ που είμαστε τώρα. Για μένα, έχουν γίνει αρκετά πράγματα σε σχέση με τον αρχικό μας προγραμματισμό. Παίξαμε σε σκηνές που θέλαμε, κάναμε ήδη δυο δουλειές, συνεργαστήκαμε με ανθρώπους που θέλαμε, οπότε, μια πληρότητα την αισθάνομαι. Με τους συνεργάτες μας έχουμε πάρα πολύ καλή σχέση σε προσωπικό επίπεδο, που για μένα παίζει πολύ σημαντικό ρόλο και δεν συμβαίνει συχνά.  Άλλωστε, δεν ασχοληθήκαμε με τη μουσική για να γίνουμε γνωστοί.

Γιατί να έρθει κάποιος στη Σφίγγα;

Αντ.: Λέω ωραία ανέκδοτα.

Παν.: Λέει χάλια ανέκδοτα! Αν κάποιος θέλει να ακούσει κάτι διαφορετικό, μια προσέγγιση άλλη, και τα τραγούδια μας φυσικά, θεωρώ πως θα είναι ένα τρίωρο από όπου θα φύγει με ενθουσιασμό, με αγαλλίαση.

Αντ.: Το να πάει κάποιος σε live είναι μια μικρή προσωπική επένδυση. Όπως κάθε φορά, προσπαθούμε να παίζουμε με τόλμη και ορμή. Σεβόμαστε τον κάθε ακροατή μας ξεχωριστά. Εκείνο που μπορώ να υποσχεθώ είναι πως θα παίξουμε σαν να είναι η τελευταία μας φορά.

 

Οι Group PάrΩdy στη μουσική σκηνή Σφίγγα

Τετάρτη 17 Απριλίου

Οι Group PάrΩdy είναι οι: Παναγιώτης Σκουλάς (λαούτο, τραγούδι), Αντώνης Αυγουλλάς (ηλεκτρική κιθάρα), Δημήτρης Καζάνης (βιολί), Αλκης Δήμος (μπάσο) και Σωτήρης Μαυρονάσιος (τύμπανα).

Μουσική σκηνή Σφίγγα

Ακαδημίας και Ζωοδόχου Πηγής

(είσοδος στον πεζόδρομο Κιάφας 13)

Τηλέφωνο κρατήσεων: 2114096149, 6987844845

Ωρα έναρξης: 21.00

Είσοδος σε τραπέζι: 12 ευρώ με μπύρα ή κρασί