Κώστας Αρζόγλου: «Τα ‘όχι’ σου είναι η μεγάλη περιουσία»

Της Άννας Παχή

Με αφορμή την παράσταση «Πως να απαγάγετε έναν τραπεζίτη» που ανεβαίνει φέτος στο «Αλκμήνη», ο Κώστας Αρζόγλου, πάντα γοητευτικός, με βλέμμα που αστράφτει όταν αναφέρεται στο Θέατρο, μίλησε στο iart.gr.

Ανεβάζετε ένα έργο που πολλοί θα ήθελαν να πραγματοποιήσουν.   

Ο τίτλος παραπέμπει σε κωμωδία και έχει όντως κωμικά στοιχεία, αλλά υπάρχουν πολλά περισσότερα θέματα, έως και προσωπικά. Θεωρούμε τις Τράπεζες απρόσωπες, δεν είναι μόνον έτσι. Η υπάλληλος που τηλεφωνεί για τη δόση του στεγαστικού σου έχει άνδρα, παιδιά. Αν «βραχυκυκλώσει» κανείς το προσωπικό με το απρόσωπο θα ανακαλύψει καταπληκτικά πράγματα, εκεί κρύβεται το δράμα. Για παράδειγμα, αναγκαζόμαστε να φύγουμε από το θέατρο Underground. Ο χώρος πουλήθηκε σε αμερικάνικο fund.

Γιατί; Πρόκειται για ιδανικό θεατρικό χώρο.

Δεν υπάρχει γιατί. Να μπω στη λογιστική λογική των ενοικίων, των κοινοχρήστων; Είμαι αντίθετος  έτσι κι αλλιώς. Η εικόνα του χώρου που δίνεται στον αγοραστή, είναι λογιστικής λογικής. Για μένα, η λογική λέει ότι έχει μια άυλη οικονομική αξία που πρέπει να αποτιμάται, κάτι που δε συμβαίνει. Με ειδική άδεια του υπουργείου Πολιτισμού, μπορεί να λειτουργεί μόνο για σοβαρό πολιτιστικό λόγο. Πιστεύω πως το fund δεν το γνωρίζει αυτό. Σκεφθείτε το υπόγειο του Κουν, είναι απλά κολώνες και καθίσματα. Όμως, το Θέατρο Τέχνης δημιούργησε μια τεράστια άυλη αξία που δεν αποτιμάται σε αυτήν την ισοπεδωτική λογιστική. Όπως συμβαίνει με τα δημόσια αγαθά, όπως το νερό. Συμμετέχουμε στην ΕΥΔΑΠ, αλλά πρόκειται για δημόσιο αγαθό, ότι και να γίνει. Οι οικονομολόγοι το γνωρίζουν, απλά παριστάνουν ότι δεν το ξέρουν. Όσον αφορά στο Underground είμαι τόσο στενοχωρημένος…  Αγωνίστηκα  για αυτό, είμαι εδώ καθημερινά, κουβαλάω, βάφω, ήρθαν νέοι συνεργάτες.. Έκανα σεμινάρια, ψαξίματα. Δεν είναι απλώς μια παράσταση, οι ρίζες είναι βαθιές. Κάποια στιγμή, βρήκα ένα τεράστιο μηχάνημα που κανείς δεν ήξερε τι είναι. Ανακάλυψα πως ήταν μιας καναδικής εταιρείας που δεν υπάρχει πια. Το μηχάνημα έφτιαχνε και διατηρούσε τον πάγο για παγοδρόμιο που στεγαζόταν στο κτίριο, το 1936! Η σχέση μου με το χώρο είναι κάτι που παιδεύεσαι να βρεις, να φτιάξεις. Αυτό που συμβαίνει δεν είναι έξωση, είναι έκτρωση. Κάποια στιγμή ανέλαβε το κτίριο ένας όμιλος που, στη λογική του «κάνω ότι θέλω» γκρέμισε μια μαρμάρινη σκάλα που συνέδεε το θέατρο με το βιβλιοπωλείο Kauffmann, κατασκεύασε καταστήματα. Φεύγοντας, άφησε χαλάσματα και ανεβασμένες τιμές. Πήγα να διαπραγματευτώ το – κλειστό τότε – Άστορ. Ζητούσαν 23.000 ευρώ ενοίκιο, το μήνα. Τέτοιες εξωπραγματικές τιμές πληρώνουν όλα τα κτίρια του κέντρου. Αυτός είναι ο Τραπεζίτης. Έτσι, πολλά καταστήματα έκλεισαν, αφήνοντας ανθρώπους στο δρόμο. Η επίσημη εκδοχή είναι ότι άνοιξαν οχτώ επιχειρήσεις, όχι ότι έκλεισαν 150. Δε θέλω να μπω σε αυτήν την πλασματική, εικονική πραγματικότητα. Είναι ψέμα, έγκλημα. Όμως ο Τραπεζίτης, καλά κάνει από την πλευρά του. Αυτή η λογιστική λογική, είναι σαν το νερό, όπου βρει κενό, μπαίνει. Το θέμα είναι να συναντήσει «βραχάκι», να μη μπει.

Ποιο θα μπορούσε να είναι το βραχάκι;

Ίσως κάτι τυχαίο, που θα εμφανιστεί ξαφνικά και θα φουντώσει. Ο Ντάριο Φο τα λέει πολύ καλά στο «Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω». Μια νοικοκυρά που δεν έχει λεφτά να ψωνίσει, αρχίζει να κλέβει. Ακολουθούν κι άλλοι το παράδειγμά της. Είναι ένας μηχανισμός. Προσωπικά δεν περιμένω τίποτα πια από τις δεδηλωμένες, σεσημασμένες διαδηλώσεις.

Προσπαθώ να σας φανταστώ Τραπεζίτη.

Σα νοοτροπία είμαι εντελώς αντίθετος. Να όμως ένα θεατρικό λάθος: λέμε για κάποιον,«του πηγαίνει ο ρόλος». Δεν του «πηγαίνει», δεν πρέπει να του «πηγαίνει». Έναν εγκληματία ας πούμε, πρέπει να τον παίξει μια εγκληματική φάτσα; Γιατί; Πριν τη γενιά μου, ο Κούρκουλος, η Αλίκη  και πολλοί άλλοι, δεν έπαιζαν ποτέ ρόλο αντιπαθή.  Πρόκειται για άλλη νοοτροπία, στην οποία ήταν συντονισμένος κι ο Φίνος. Είναι φυσικό, ήθελε να πουλήσει. Πόσο σημαντική είναι η πώληση… Μεγάλωσα αρκετά κι έμαθα. Το σήριαλ που θεωρώ το καλύτερο που έκανα και δεν έχει παιχτεί αρκετά είναι το «Στρας», της Έλενας Ακρίτα. Έπαιζα έναν αυτοδημιούργητο παραγωγό, ιδιοκτήτη μιας εταιρείας. Κάνοντας έρευνα, ανακάλυψα ότι ο Φίνος έκανε το εξής:  Έστελνε ανθρώπους του στην επαρχία με αντίγραφα των συμβολαίων των ηθοποιών, να μιλήσουν με τους αιθουσάρχες. Τους έλεγαν: « Έχω αυτόν. Πόσα δίνεις;».  Εκείνος υπολόγιζε πόσα εισιτήρια θα κόψει κι έδινε το αντίτιμο κάποιας αναλογίας. Φανταστείτε πόσα σενάρια απέρριψε ο Φίνος επειδή δεν άρεσαν. Έκρινε η βάση, σύμφωνα με τα εισιτήρια που θα έκοβε ο κάθε ηθοποιός. Την άμεση ζήτηση του κοινού.

Τώρα δεν είναι έτσι.

Στις αποφάσεις των καναλιών, εκτός από τους δημιουργούς παρευρίσκονται και διαφημιστές. Εκθέτεις το concept. Οι διαφημιστές αρχίζουν τους υπολογισμούς και «αν παίξει ο τάδε, βάζουμε τόσα». Η δουλειά αποφασίστηκε. Αυτό είναι «ασανσέρ» εκ των άνω, αποφασίζει ο διαφημιστής ότι ο τάδε ηθοποιός «τραβάει». Υπολογίζει, δεν πάει στο σινεμά να ρωτήσει. Κάνει λάθος. Γίνεται το σήριαλ και ήμαστε όλοι χαρούμενοι. Μετά, μια ακροαματικότητα 8% την κάνεις 18% μέσω της διαφημιστικής. Είσαι εντάξει με τις εταιρείες που διαφημίζεις. Κατόπιν έρχονται οι εκπομπές που δημοσιοποιούν την ακροαματικότητα και ο τηλεθεατής την ακολουθεί. Το Survivorείχε τέτοια επιτυχία που τώρα θα παιχτεί το Survivalκαι το Survival2 του ιδίου τούρκου επιχειρηματία. Η ερώτηση που έκανε στον ιδιοκτήτη του καναλιού που θα τα μεταδίδει είναι: «πόσο κάνει να αγοράσω όλο το κανάλι;» Διαταράσσονται φοβερές ισορροπίες. Για αυτόν είναι μια επένδυση που κοστίζει τόσο και θα κερδίσει τόσο. Οι διαφημίσεις ορίζονται από τα διαφημιστικά γραφεία, άρα «βγαίνει». Το Ελληνικό Σύνταγμα βέβαια, απαγορεύει στις εταιρείες μετρήσεων να έχουν οποιαδήποτε σχέση με τη Διαφήμιση. Η λύση είναι απλή: Παραχωρείς τη διαφημιστική εταιρεία σε κάποιον έμπιστο.

Θα σας δούμε στον κινηματογράφο;

Πρωταγωνιστώ σε μια ταινία που θα κυκλοφορήσει σύντομα κι έχει κατατεθεί στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, αν κι ο τίτλος δεν έχει ακόμη αποφασιστεί. Το θέμα της είναι ένας ηθοποιός, που με τις δυο κόρες του προσπαθεί να κάνει έναν «περίεργο» Μάκβεθ. Μια σπουδή πάνω στην εξουσία, στις παρενέργειές της και όχι μόνο. Το Θέατρο για αυτόν είναι υπεράνω της ζωής. Λέει ότι «Πραγματικότητα είναι η θεατρική πραγματικότητα, τα άλλα που ζούμε είναι φαντασίες».

Δείχνει αρκετά αυτοβιογραφική.

Με αγγίζει, βρήκα τρόπο να υπερασπιστώ αυτήν την πλευρά μου με αποτέλεσμανομίζω  συγκλονιστικό, εισέρχεται σε υπαρξιακό επίπεδο. Θα πω κάτι παράξενο αλλά δε με νοιάζει. Δε θα μπορουσα να ανταπεξέλθω στο ρόλο αν δεν είχα παίξει Μπέκετ. Νομίζω ότι πρέπει να το έχει κανείς στις αποσκευές του. Σκηνοθετεί ο Νίκος Κορνήλιος, βραβευμένος, με πολύ ενδιαφέρουσες δουλειές στο Παρίσι και εδώ. Πολύ ευρηματικά, συγκέντρωσε προσωπικές ιστορίες από τον καθένα, δεν τις χρησιμοποίησε όμως αυτούσιες, υπάρχει μυθιστορία, μπλεγμένη γύρω από αυτές. Είναι πολύ ωραία άποψη. Έχει περάσει καιρός από τότε που εμφανίστηκα στο σινεμά. Δεν ανήκω στη γενιά του κινηματογράφου. Βγήκα από το Εθνικό Θέατρο όταν αναδυόταν η τηλεόραση. Νομίζω πως τα «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά» ας πούμε, είναι  σπουδαία δουλειά, κινηματογραφικά δοσμένη. Και όχι μόνον, έχω κάνει 17 σήριαλ. Επειδή είμαι ‘άτακτο’ παιδί, θεωρώ πως τέτοιου επιπέδου δουλειές πρέπει να υπάρχουν στα αρχεία, πρέπει όμως να ξαναπιάσουμε το ίδιο ρεπερτόριο με νέα οπτική, να υπάρχει το μεν και το δε.

Τι εννοείτε;

Πως θα ανέβαζε κανείς Ίψεν, Λόρκα, σήμερα;Που; Τα πράγματα αλλάζουν. Σωστά τα παγιώνουμε, αλλίμονο αν είχαν χαθεί, έχουν χαθεί άλλωστε τόσα πολλά. Αλλά πρέπει να τα βλέπει κανείς μετά από χρόνια, με άλλη ματιά. Είτε πρόκειται για κλασικά έργα, είτε όχι. Δε μιλώ για προσαρμογή, αλλά για διαφορετική ανάγνωση εκ μέρους του σκηνοθέτη. Χωρίς να πάσχει από «σκηνοθετίτιδα». Να μην κάνει δηλαδή «εξυπνάδες». Έχουμε πήξει από τέτοιες. Τα θέατρα δεν είναι 42 όπως κάποτε, αλλά πάνω από 200 και το καθένα ανεβάζει τέσσερα – πέντε έργα ταυτόχρονα. Αυτός ο πληθωρισμός, είναι, θεωρώ,  αποκύημα της κρίσης που περνάμε. Όταν κάποιος πιέζεται πολύ, κάνει πολλά για να ξεφύγει. Όμως, αφαιρεί από το θέατρο ένα βασικό συστατικό του, το ότι διάφοροι άνθρωποι από διάφορα μέρη μαζεύονται για συγκεκριμένο πράγμα, για να δούν κάτι. Η παράσταση δεν ξεκινά την ώρα που βάφονται οι ηθοποιοί, αλλά από το σπίτι του θεατή. Ντύνεται ανάλογα με το θέατρο που θα δει, ασυνείδητα. Νομίζω ότι αυτός ο πληθωρισμός πάει παράλληλα με την κρίση.

Μπορεί το κοινό να καλύψει όλη αυτήν τη θεατρική παραγωγή;    

Όχι. Για αυτό πολλοί δημιουργοί, «σπρώχνουν» ο ένας τον άλλον με διάφορες σκηνοθετικές εξυπνάδες. Αυτή είναι η «σκηνοθετίτιδα». Δηθενιά. Από την άλλη, λέμε «τι ωραία παράσταση, πάμε να φάμε». Δεν είναι πια Γεγονός, δε μπορεί να είναι. Τόσες παραστάσεις δεν έχει ούτε η Νέα Υόρκη. Θεωρώ ότι η κρίση θα αφήσει τα χνάρια της. Μπορεί να περάσει, αυτό όμως δε σημαίνει πως θα ανεβαίνουν λιγότερα έργα. Έχει δημιουργηθεί προηγούμενο. Τα θέατρα είναι πια σαν τα περίπτερα.. θα μείνουν έτσι. Λίγα θα κλείσουν τελείως.

Αν δε μπορούν να επιβιώσουν;

Θα χρωστούν. Κάποιος που ηγήθηκε ενός θιάσου, δεν επιστρέφει σε δεύτερη θέση. Άλλο ένα απότοκο της κρίσης είναι πως όλοι αυτοί οι άνθρωποι, ταλαντούχοι είτε όχι, που είναι μπροστάρηδες, όταν πάψουν να βρίσκονται σε αυτήν τη θέση θα λένε ‘με φάγανε τα κυκλώματα’. Αυτό σημαίνει έναν ψυχικό καρκίνο πάρα πολύ μεγάλο. Αν το εξισώσουμε, η κρίση είναι καρκινογόνα.

Το βλέπουμε κάθε μέρα. Ο κοσμος έχασε το χαμόγελο, την υπομονή, την ευγένειά του.

Συμβαίνει παντού. Βλέπεις ανθρώπους ανεξαρτήτου ηλικίας να τσακώνονται. Προφανώς ασυνείδητα, το αίμα τους έχει «ανάψει».

Κάποιοι άνθρωποι μένουν ίδιοι στο μυαλό μας, είστε ένας από αυτούς. 

Θεωρώ πως όταν σου παραχωρούν θέση στο Μετρό, είσαι πια γέρος. Αλλά ξέρετε,  η οποιαδήποτε καριέρα μου δεν έχει χτιστεί μόνο με τα πράγματα που έκανα και είμαι περήφανος για αυτά, αλλά και με εκείνα που αρνήθηκα να κάνω. Εκεί νιώθω μεγαλύτερη περηφάνια. Ο κόσμος δεν τα επιβραβεύει, καθώς δεν τα γνωρίζει. Η εικόνα είναι τα πράγματα που έχεις κάνει. Εκείνα που δεν έκανες; Τα ‘όχι’ σου είναι η μεγάλη, άυλη περιουσία. Υπάρχουν δουλειές που έχω ζηλέψει. Η απάντηση είναι η επόμενη δουλειά μου. Τα πράγματα που αρνείσαι δε χρειάζονται καν απάντηση, τα αφήνεις πίσω σου.

 

«Πώς να απαγάγετε έναν Τραπεζίτη»

Πρωταγωνιστούν: Κώστας Αρζόγλου, Στέλλα Παπαδημητρίου, Χρήστος Ευθυμίου, Χάρης

Μαυρουδής.

Μετάφραση: Κατερίνα Χαλκίδου

Σκηνογράφος: Κούλα Γαλιώνη

Φωτισμοί: Δόμνα Μπαρούνη

Βοηθός σκηνοθέτη: Νερίνα Καμπασάκη

Μουσική σύνθεση: Σίσσυ Βλαχογιάννη

Υπεύθυνη επικοινωνίας: Άντζυ Νομικού

Παραγωγή: Red Moonlight Productions

Παραστάσεις: Κάθε Δευτέρα και Τρίτη από 9 Οκτωβρίου

Θέατρο «Αλκμήνη», Αλκμήνης 12, Πετράλωνα.

Το soundtrack θα κυκλοφορήσει από την Minos – EMI / Universal

Άννα Παχή

Άννα Παχή

Παιδί της πόλης και Αιγόκερως. Ζει κι εργάζεται στην Αθήνα, γράφοντας για όσα της κάνουν εντύπωση, καλή ή κακή. Έχει εκδώσει τη νουβέλα «Το έπος των Gpeleαίων». Της αρέσουν οι σοκολάτες και τα μιούζικαλ.

Δείτε επίσης

Παιδί της πόλης και Αιγόκερως. Ζει κι εργάζεται στην Αθήνα, γράφοντας για όσα της κάνουν εντύπωση, καλή ή κακή. Έχει εκδώσει τη νουβέλα «Το έπος των Gpeleαίων». Της αρέσουν οι σοκολάτες και τα μιούζικαλ.