Συνέντευξη στην Άννα Παχή

Η αγαπημένη ηθοποιός, μιλά στο iart.gr για την εξαιρετική παράσταση «Ο Ένοικος» που συμμετέχει και παρουσιάζεται στο θέατρο Αλκμήνη, σε κείμενο και σκηνοθεσία της Άννας Παντζέλη. Αυθόρμητη, με πάθος για τη δουλειά της, η Λίνα σε κοιτά με τα υπέροχα μάτια της και σου φτιάχνει τη διάθεση.

Μετά την παράσταση σε παρακολούθησα να μιλάς με τον κόσμο. Πως το κάνεις;

Υπάρχει σίγουρα υπερένταση και συναισθηματική φόρτιση. Μιλάς, αλλά νιώθεις λίγο χαμένος. Προσωπικά θα συνέλθω την επόμενη μέρα..  Η παράσταση πάει πολύ καλά,  χαίρομαι πάρα πολύ για αυτό. Είναι έργο ανθρώπινο, περιγράφει καταστάσεις που συμβαίνουν.

Δυο γυναίκες  όχι μεγάλης ηλικίας, όμορφες, καλές.. Γιατί επιλέγουν να ζουν τη ζωή τους μέσα από έναν άλλον;

Δεν έχει σημασία η ομορφιά ή η καλοσύνη, αλλά το πως σε βλέπουν οι άλλοι. Και πάντα,  σε βλέπουν και σε κρίνουν με το δικό τους τρόπο. Οι ηρωίδες μας είναι μεγάλες, οι άλλοι το αναγνωρίζουν αυτό. Γνωρίζουμε καλά πως υπάρχει σχετικός ρατσισμός. Οι ευκαιρίες που δικαιούσαι είναι ανάλογες. Στα τριανταπέντε αρχίζει, νομίζω. Το έχω βιώσει, στη δουλειά μου.  Από μια ηλικία και ύστερα, ακούς για αυτά που δεν μπορείς να κάνεις.. Είναι η πραγματικότητα, ειδικά στην Ελλάδα. Όσο μεγαλώνεις τόσο στενεύουν τα περιθώρια. Στα στενεύουν οι άλλοι.

Δεν μπορούμε να αντιδράσουμε κάπως;

Όχι, επειδή οι άλλοι είναι πολλοί. Εσύ είσαι μόνος. Θα μπορούσαμε οι μονάδες να κάνουμε ένα σύνολο, αλλά δεν το κάνουμε. Είναι φυσικό φαινόμενο. Όταν είσαι νέος  και πας να εργαστείς, σου λένε ‘τόσα είναι κι αν θες’. Το ίδιο κι όταν είσαι μεγάλος. Που να πάνε οι  γυναίκες του έργου; Βρίσκονται κλεισμένες στο σπίτι τους – πάλι καλά που έχουν κι αυτό.

Και η μια την άλλη.

Αυτό συμβαίνει κάπως από ανάγκη. Τίποτα δεν έχουν. Είναι πλάσματα μόνσ, όχι όμως για λύπηση. Τη μοίρα μας, έτσι κι αλλιώς, τη φτιάχνουμε. Θα μπορούσαν να είναι κι άλλα πράγματα, αλλά δεν είναι. Ανήκουν στη μέση. Το να συνειδητοποιείς σε τι κατάσταση βρίσκεσαι είναι καλό αλλά δε σημαίνει και πολλά. Είναι μεγάλες, μόνες,  εκμεταλλεύτηκαν ή όχι τις ευκαιρίες που τους παρουσιάστηκαν. Δεν προβλέπεται κάποιο μέλλον για αυτές. Δε γνωρίζουν κάτι, δεν προσβλέπουν πουθενά. Κυνηγούσαν τη μοίρα τους, κυνηγούσαν να ταιριάξουν με κάποιον. Δεν το πέτυχαν και τώρα έχουν εγκλωβιστεί σε μια μη πραγματικότητα.

Η Στέλλα, προσπάθησε τουλάχιστον.

Το ότι προσπαθείς δε σημαίνει πως θα σου συμβεί. Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι το πιο δύσκολο πράγμα, δεν συμβαίνουν απλά. Οι συγκεκριμένοι χαρακτήρες δεν έχουν καν ένα παιδί, στο οποίο θα μπορούσαν να αφοσιωθούν, όπως βλέπουμε να γίνεται γύρω μας συχνά. Κι αυτό βέβαια δεν είναι καλό.

Όλη αυτή η ιστορία με το παιδί είναι επίσης ρατσισμός.

Βεβαίως. Τον ασκεί η μια στην άλλη. Γενικά όμως, δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον σαν άνθρωποι. Το να μην κάνεις οικογένεια και παιδί δε σημαίνει πως είσαι κάτι ξεχωριστό, ούτε πως δε σου χαρίστηκε κάτι που το άξιζες. Η Στέλλα και η Μαρία δεν ανήκουν στους ανθρώπους που θα ήθελες να γνωρίσεις. Πλησιάζουμε τους ανθρώπους για κάποιον λόγο. Επειδή είναι όμορφοι, πνευματώδεις, έχουν χιούμορ, μια άλλη άποψη για τη ζωή. Οι δυο τους δεν ανήκουν σε κάποια ανάλογη κατηγορία. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον. Απλώς ζουν. Υπάρχουν καλύτερες καταστάσεις, με ένα σύντροφο ας πούμε,  υπάρχουν και οι χειρότερες, όταν δεν έχεις κανέναν. Ο χαρακτήρας ή η ανεκτικότητα,  δεν μας καθιστά καλύτερους ή χειρότερους από άλλους. Ένας άνθρωπος ιδιόρρυθμος είναι έτσι, άσχετα από μόρφωση, ή κατάσταση. Ίσως βρεθούν κάποιοι που να θέλουν να τον πλησιάσουν. Ίσως όχι. Δεν είναι θλιβερό, έτσι είμαστε  οι άνθρωποι.

Έβλεπα όλο το πλέγμα των σχέσεών τους. Φαινόντουσαν  λίγο σαν παντρεμένο ζευγάρι.

Έτσι είναι οι πιο στενές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων που ζουν ή έχουν ‘ξεμείνει’  μαζί,  χωρίς να προσπαθεί ο ένας να αναζωπυρώσει το ενδιαφέρον του άλλου, ή δεν τον ενδιαφέρει να το κάνει. Φυσιολογικό είναι. Η πραγματικότητα είναι έτσι.

Βλέποντας το έργο, ήθελα να φωνάξω «Πηγαίνετε ένα σινεμά, κορίτσια».

Στο σπίτι τους δεν υπάρχει τίποτα, ούτε βιβλία, ούτε καν τηλεόραση. Μόνο ο Μάρκος. Ζουν  εντός. Την επέλεξαν τη μοναξιά τους ή ίσως τις επέλεξε κι εκείνη, θεωρώ. Θα μπορούσαν να μην είναι μόνες. Πολλοί, πάρα πολλοί άνθρωποι γύρω μας ζουν έτσι. Δεν έχουν παραδεχτεί πράγματα, δεν έχουν αναλάβει την ευθύνη που έχει ο καθένας μας απέναντι στον εαυτό του.  Κουβαλάς έναν άνθρωπο, εσένα  και οφείλεις να τον μεγαλώσεις, να τον μορφώσεις, να του ανοίξεις ορίζοντες. Δεν το έκαναν αυτό. Δεν αποδέχονται τη δική τους πραγματικότητα.

Ασχολούνται μόνο η μια με την άλλη.

Ναι, γιατί αυτοπεριορίστηκαν σε συγκεκριμένα πράγματα. Περιδινούνται σαν να κυνηγά η γάτα την ουρά της.

Έχεις «δει» τον εαυτό σου στο ρόλο;

Ναι. Μερικές φορές με βλέπω κάπως έτσι. Το ότι σκέφτεσαι και συνειδητοποιείς κάποια πράγματα, δε σημαίνει ότι είσαι διαφορετικός. Έχεις μια συναίσθηση των πραγμάτων. Δεν περιμένω το Μάρκο, βέβαια. Αυτές οι γυναίκες δεν έχουν ξεπεράσει  την αδερφική σχέση. Είναι περίεργη η κατάσταση μεταξύ μεγάλου και μικρού αδερφού. Εδώ – με έχει αγγίξει ιδιαίτερα αυτό – έχουμε τη σχέση της μικρότερης αδερφής με τη μεγαλύτερη. Ο μεγαλύτερος τα έχει ζήσει όλα πρώτος. Για παράδειγμα, τον ενθουσιασμό των γονιών για το πρώτο παιδί. Το δεύτερο δεν τα ζει ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Όχι ότι είναι ‘παρακατιανό’ απλώς είναι δεύτερο.

Ως μεγάλη αδελφή, το βίωσα διαφορετικά:  Άνοιγα το δρόμο.

Οι γονείς είχαν πιο πολλές απαιτήσεις από σένα και φόβους για εσένα. Η μικρότερη ζούσε άλλα πράγματα. Ο μεγαλύτερος αδερφός είναι ‘πιο’. Ο μικρότερος ζει λίγο την απόρριψη, νιώθει πως έχει λιγότερες ευθύνες, μεγαλύτερη ελευθερία αλλά βρίσκεται στη σκιά του μεγαλύτερου. Ο τρόπος που μας αντιμετωπίζουν, μας διαμορφώνει. Όταν ο μεγάλος παίρνει πρωτοβουλίες, κάνει πράγματα, ο μικρός, για να διαφοροποιηθεί φέρεται διαφορετικά, ακόμη και κόντρα στη φύση του.  Πρέπει να τραβήξει το ενδιαφέρον κι αυτό τον κάνει λίγο ανδρείκελο, λίγο έρμαιο των καταστάσεων καθώς, αν ήταν μόνος του μπορεί να αποφάσιζε αλλιώς για τον εαυτό του. Κάθε παιδί αποζητά το ενδιαφέρον των γονιών. Ο μικρός, για να το πετύχει και να ενταχθεί στην πρώτη κοινωνική ομάδα που είναι η οικογένεια, αποκτά  διαφορετική προσωπικότητα για να τα καταφέρει. Είναι λίγο άδικο αυτό.

Ο μεγάλος επιφορτίζεται ευθύνες που δεν πρέπει να έχει. Ο μικρότερος είναι μικρότερος, όχι μικρός. 

Όντως. Ο μεγάλος πρέπει να κάνει υπομονή, να δίνει το παράδειγμα. Σε αυτήν τη σχέση επικεντρώθηκα περισσότερο. Σε διαμορφώνει. Αν είσαι πρώτος, δεύτερος, τρίτος. Παίζει ρόλο και το φύλο. Όμως, οι γονείς γενικά διαμορφώνουν το χαρακτήρα και τη συμπεριφορά μας. Είναι – το ξαναλέω – η πρώτη ομάδα που εντασσόμαστε. Ακολουθεί το σχολείο. Ότι έχεις μάθει στο σπίτι το κάνεις εκεί και λούζεσαι αυτά που έμαθαν οι άλλοι στα δικά τους σπίτια.  Εντάσσεσαι σε άλλη, επίσης σκληρή κοινωνική ομάδα και αναλόγως με αυτά που κουβαλάς, σε αποδέχεται ή σε απορρίπτει. Ύστερα βγαίνεις στον κόσμο. Αυτά που μας διαμορφώνουν από την αρχή, τα κουβαλάμε σε όλη μας τη ζωή. Δυστυχώς.

Εσύ και το θέατρο.

Το θέατρο είναι η δουλειά μου, την κάνω όσο καλύτερα μπορώ. Το αγαπώ και το υπηρετώ. Δεν  μπορείς να είσαι λίγος σε αυτήν τη δουλειά. Είχα καιρό να δουλέψω αλλά όταν εργάζεσαι με ιδανικές συνθήκες όπως τώρα, είναι ωραία. Έχεις τον χρόνο να ψάξεις, να συζητάς, να υπάρχει ανταπόκριση, ακόμη κι αντίθετη γνώμη. Υπάρχει άνθιση, χτίζεις  πράγματα. Όταν εμπεριέχει δημιουργία είναι ωραία. Όταν στην στερούν, δεν είναι.

Πάντα θεωρούσα δύσκολο το θέατρο επειδή δεν καταθέτεις μόνο σωματική κούραση αλλά ψυχική και πνευματική. Ο κόσμος είχε καθηλωθεί από τις ερμηνείες σας.

Είναι δυο άνθρωποι που άνετα πληγώνουν ο ένας τον άλλον, καθώς βρίσκονται εγκλωβισμένες μεταξύ τους. Όταν η Άννα μου έστειλε το κείμενο, δε βρισκόμουν σε καλή φάση. Παρόλα αυτά, το διάβασα και μου άρεσε πολύ. Με άγγιξε, άρχισα να φαντάζομαι πράγματα και αυτό σημαίνει πως μπορούσα να δημιουργήσω.

Ξεκινάτε ως ώριμες γυναίκες και στην πορεία επιστρέφετε στην παιδική σας ηλικία.

Οι άνθρωποι που δεν έχουν συντρόφους, παιδιά, εκεί γυρνάνε. Δεν έχουν να νοιαστούν για κάποιον άλλον, δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να μοιραστούν την αγάπη, τον έρωτα, ότι έχουν να δώσουν. Τα παιδιά μοιράζονται πράγματα για να κάνουν φίλους. Σου λένε «πάρε να παίξεις κι εσύ». Στη διάρκεια της παράστασης γίνομαι κι εγώ παιδί, συνειδητά.

Τι θα έλεγες στη Στέλλα, αν μπορούσες;

Θα ήθελα να την ταρακουνήσω κάπως. Όμως, πόσο μπορείς να επέμβεις σε έναν άνθρωπο αυτής  της ηλικίας, σε αυτήν την κατάσταση. Μάλλον δε θα έλεγα τίποτα, δε θα είχε νόημα. Όταν φτάνεις εκεί, έχεις άμυνες. Δε θες να σου χαλάσει κανείς τη γνώμη, τα πιστεύω σου. Είναι πολύ πικρό να είσαι έτσι και το ξέρεις. Οπότε, ή θα αυτοκτονήσεις ή θα συνεχίσεις. Αν έχεις δύναμη, θα κάνεις μια προσπάθεια να αλλάξεις τη ζωή σου. Αυτό, είναι άλλο έργο. Θα μου άρεσε πολύ το να αλλάξει κάποιος τη ζωή του, θα ήταν όμως η εξαίρεση στον κανόνα. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν αλλάζουν. Αυτή είναι η πραγματικότητα.