Του Κωνσταντίνου Σύρμου

Η Μαρία Χρονιάρη είναι μια ποιήτρια που βουτά βαθιά στα συναισθήματά της για να συλλέξει μία – μία τις λέξεις που απαρτίζουν τα ποιήματά της. Ήδη με τρεις ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό της, ένα βιβλίο με πεζά κείμενα και με μία νέα προ του τυπογραφείου, δείχνει να στέκει γερά στα πόδια της στο χαοτικό πεδίο της ελληνικής λογοτεχνίας. Το iart συνομιλεί μαζί της σε μια γεμάτη από αληθινά νοήματα συζήτηση.

Μαρία, αν ένας άνθρωπος θα έπρεπε να γνωρίζει κάποια πράγματα για εσένα πριν να σε συναντήσει, ποια θα ήταν αυτά;

Την αγάπη μου για τις λέξεις, τη μουσική και την εικόνα, που είναι και το αντικείμενο των σπουδών μου.

Στα ποιήματά σου ο έρωτας, η απώλεια, η ματαιότητα, η αναζήτηση, η ανάγκη, η μοναξιά, είναι έννοιες που κυριαρχούν. Είναι για εσένα επίπονη η διαδικασία περάσματος από την ψυχή στο χαρτί;

Στα ποιήματά μου κυριαρχεί πρωτίστως η αγωνία μου να μην ξεχάσω όσα έχουν καταγραφεί στον ψυχικό και πνευματικό σκληρό μου δίσκο. Να τα καταγράψω με την βοήθεια των λέξεων. Κατόπιν έρχονται όλα εκείνα που απασχολούν από καταβολής κόσμου το ανθρώπινο γένος. Όσα είναι ζωή κι ό,τι εμπεριέχει και δημιουργεί ή σκοτώνει. Αρχέγονα ερωτήματα, αγωνίες και φόβοι, υπάρχουν μέσα μας και ψάχνουν διέξοδο για να εκφραστούν, να τα δούμε και αν μπορούμε – σε συνάρτηση πάντα με αυτό που ο καθένας μας είναι – να τα αντιμετωπίσουμε. Ο έρωτας όσο μεγαλώνω, με απασχολεί όλο και λιγότερο, γιατί ως κατάσταση εμπεριέχει εγωισμό. Με ενδιαφέρει μόνο η αγάπη που είναι επιλογή, γίνεται βίωμα και καταλήγει σε στάση ζωής.

Όσον αφορά στο επίπονη που με ρωτάς, ειλικρινά δεν ξέρω να σου απαντήσω. Άλλοτε ναι κι άλλοτε όχι. Κι αυτό διότι όταν γράφω, το χέρι μου δεν τροφοδοτείται από το μυαλό μου, αλλά από τις ψυχικές μου δονήσεις. Είναι, λες και τα δάχτυλά μου κρατούν το στυλό ερήμην τους, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ. Βιώνω εκείνη τη στιγμή μια πραγματικότητα ζωντανή στο εκράν της ψυχής μου και περιγράφω όσο καλύτερα μπορώ, αυτό που προβάλλεται στο υποσυνείδητό μου, μέσω των πολύτιμων λέξεων. Κι όταν έρθει η ώρα και διαβάζω αυτό που έχω γράψει, αρκετές φορές έχει τύχει να κλάψω, γιατί συνειδητοποιώ τι αποτύπωσα στο χαρτί και τη δυναμική του. Την επίπτωση που έχουν οι λέξεις μου, επάνω μου.

Αν σου στερούσαν την δυνατότητα έκφρασής σου με την γραφή, τι άλλο – αν υπάρχει – θα μπορούσε να αναπληρώσει αυτήν σου την ανάγκη, έστω και λίγο;

Αν κάποιος μου στερούσε αυτή τη δυνατότητα, θα μου αφαιρούσε το οξυγόνο μου. Λόγω ιδιοσυγκρασίας είμαι πολύ μοναχικό άτομο και εσωστρεφές. Η έκφραση μέσω του γραπτού λόγου, είναι ο τρόπος μου να μεταφράζω τον εσωτερικό μου κόσμο στους γύρω μου, αλλά καμιά φορά και σε μένα την ίδια. Δεν είναι ανάγκη. Είναι φυσικό επακόλουθο. Οι λέξεις είναι ταυτόχρονα η πηγή ζωής μου, η προσωπική μου δήλωση πως υπάρχω ανάμεσά σας και το καταφύγιό μου. Ο προσωπικός μου τόπος. Οπότε όπως καταλαβαίνεις, μου είναι πολύ δύσκολο να φανταστώ τον εαυτό μου εκτός αυτής της πραγματικότητας. Ωστόσο, αν επιβεβλημένα αυτό συνέβαινε και δεν μπορούσα με κανέναν τρόπο να το αποφύγω, θα εκφραζόμουν μέσω της μουσικής – που επίσης για μένα είναι μια πολύ βαθιά εσωτερική διαδικασία – αλλά και μέσα από την φωτογραφία. Δηλώνοντας από το βιζέρ του φακού μου, το σημαίνον και το σημαινόμενο· την προσωπική μου θέαση του κόσμου. Ας ευχηθούμε όμως, πως ποτέ δεν θα χρειαστεί να βρεθώ προ μιας τέτοιας δυσάρεστης επιλογής, γιατί δεν υπάρχει κάτι που να μπορεί να αναπληρώσει το άλλο. Μόνο να συμβαδίσει αρμονικά και να δημιουργήσει παράλληλα σύμπαντα.

Πως αισθάνεται ένας μοναχικός και εσωστρεφής άνθρωπος όπως εσύ, σε έναν κόσμο που όλα εκτίθενται –σκέψεις, εμπειρίες, ιδεολογίες-, με το πάτημα ενός κουμπιού;

Εγώ μέσα στην μοναχικότητά μου αισθάνομαι πλήρης και άνετα. Είμαι εσωστρεφής χωρίς να είμαι αποκομμένη από το κοινωνικό σύνολο· απλά είμαι πολύ επιλεκτική με τους ανθρώπους. Στην προσωπική μου ζωή, έχω δίπλα μου μόνο εκείνους με τους οποίους πραγματικά επικοινωνώ χωρίς να χρειάζονται εξηγήσεις. Το να ανοίγω την πόρτα του εσωτερικού μου κόσμου, ήταν κάτι που από παιδί με δυσκόλευε, γιατί πάντα είχα την αίσθηση πως οι άλλοι δεν ακούν αυτά που λες, αλλά εκείνα που προσπαθούν να καταλάβουν μέσα από τις λέξεις σου. Δηλαδή τον εαυτό τους. Έτσι το χαρτί και το μολύβι, έγιναν τα μέσα που με βοηθούσαν να τους δείχνω πως οι λέξεις έχουν δύναμη, αρκεί να τους δίνεις τη σημασία που τους αξίζει. Ήταν και για μένα ένα ταξίδι κατάδυσης στη ρίζα μου. Με βοήθησαν οι λέξεις και η γραφή να έρχομαι αντιμέτωπη με μένα, και με το εξωτερικό περιβάλλον.

Η έκθεση όσων μου αναφέρεις πάντα υπήρχε, δεν είναι καινούριο φαινόμενο. Απλά δεν το είχαμε τόσο μαζικά γιατί γινόταν στη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής μας. Με τις διαδικτυακές πλατφόρμες που τα τελευταία χρόνια έχουν αναπτυχθεί, οι άνθρωποι έχουμε χάσει λίγο το μέτρο. Το θέμα δεν είναι τόσο πως εκθέτουμε τις απόψεις μας  – κάτι που σε μια δημοκρατική κοινωνία οφείλει να συμβαίνει – όσο ο τρόπος που επιλέγουμε να το κάνουμε. Το κουμπί δεν είναι το πρόβλημα. Με ενοχλεί η έλλειψη μέτρου, μου προκαλεί αμηχανία. Αυτή η περίεργη ανάγκη για το εύκολο και το γρήγορο. Να προλάβεις να πεις, να δείξεις πως γνωρίζεις, να σημειωθεί στα πρακτικά πως έχεις άποψη. Άρα υπάρχεις. Αυτός ο ψυχικός καταναγκασμός, η ανάγκη της προσωπικής μας επιβεβαίωσης μέσω ενός μόνο κουμπιού – που για κάποιους ανθρώπους τείνει να γίνει αυτοσκοπός –  με τρομάζει και με κάνει να νιώθω άβολα κάποιες φορές.

Χρησιμοποιώ κι εγώ το facebook όπως όλοι, πρακτικά δεν γίνεται αλλιώς. Προσπαθώ όμως να κρατώ τον αυτοέλεγχό μου και η εσωστρέφειά μου σε αυτό έχει παίξει τον ισχυρότερο ρόλο.

Ποιο είναι το είδος μουσικής που σε απελευθερώνει;

Μεγάλωσα σε ένα σπίτι που η μουσική ήταν διάχυτη καθημερινά, από την ώρα που θα ξυπνούσα μέχρι και την ώρα του βραδινού μου ύπνου. Με απελευθερώνει η μουσική ως μουσική. Ό,τι έχει νότες και ακουμπάει τις πιο λεπτές και ευαίσθητες χορδές μου. Ακούω όλα τα είδη, γιατί θέλω πάντα να μαθαίνω και να ανακαλύπτω. Μου αρέσουν πολύ τα μουσικά όργανα της Ανατολίτικης μουσικής και οι αμανέδες, η Goth, η Metal. Ακούω τα πάντα ανάλογα με την ψυχική κατάσταση στην οποία βρίσκομαι. Στέκομαι όμως περισσότερο στη ροκ μουσική  – κι όποια άλλα είδη απορρέουν απ’ αυτήν –  γιατί κουμπώνει με την ιδιοσυγκρασία μου, με αυτό που είμαι. Αυτό είναι και το βασικό είδος μουσικής που παίζω και στην εκπομπή που έχω εδώ και τρία χρόνια, στο διαδικτυακό ραδιόφωνο Magazen.gr

Μπορεί να κολλήσω για καιρό με κάποια τραγούδια σχεδόν εμμονικά· επανέρχομαι συχνά σε παλιά ακούσματα και καθημερινά τα ακούω στο σπίτι, στο mp3, τα τραγουδάω στον δρόμο. Για να σου δώσω ένα παράδειγμα, ακούω σχεδόν κάθε μέρα εδώ και πολύ καιρό, το τραγούδι του Γιάννη Αγγελάκα σε μουσική του Γιώργη Ξυλούρη «Μέσα μου ο αέρας που φυσά». Το πάντρεμα στίχων και μουσικής, ο τρόπος που η κρητική λύρα υπάρχει και δίνει τον ήχο της, με εναρμονίζουν. Με κάνουν να ουρλιάζω και να βγαίνω από τον εαυτό μου.

Στην πιο πρόσφατη  προσωπική ποιητική σου συλλογή «Η σκιά μου κι εγώ» (εκδ. Απόπειρα), παρατήρησα πως χρησιμοποιείς συχνά την λέξη «χρώμα», η οποία έρχεται σε μία αντίθεση με το μαύρο της σκιάς. Πως το ερμηνεύεις η ίδια αυτό;

Και ποιος σου είπε πως η σκιά είναι μαύρη; Μην πιστεύεις τις αντανακλάσεις Κωνσταντίνε, δεν λένε πάντα την αλήθεια. Έπειτα ο κάθε αναγνώστης προσλαμβάνει τελείως διαφορετικά ένα ποίημα, μια λέξη, μια εικόνα που θα σχηματιστεί μέσα του καθώς διαβάζει. Τα επεξεργάζεται και τα εξηγεί όλα, έχοντας ως σημείο εκκίνησης κι αναφοράς τον εαυτό του. Δεν είναι απαραίτητο η λέξη χρώμα να αναφέρεται στην παλέτα. Μπορεί να είναι μια παρομοίωση, μια ανάγκη έγχρωμης αντιμετώπισης κάποιων σκοτεινών καταστάσεων, ένας άνθρωπος που υπήρξε ή όχι. Όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά ακόμη και για εμένα.

Υπάρχουν ποιήματα που αφού τα γράψεις τα νιώθεις ως ξένο σώμα; Αν ναι, γιατί πιστεύεις πως συμβαίνει αυτό και ποια είναι η κατάληξη αυτών των δημιουργιών σου, τα φυλάς; Τα εξαφανίζεις;

Αυτά που γράφω είναι εγώ Κωνσταντίνε, οπότε όχι, δεν μπορώ να νιώσω τις λέξεις μου ως ξένο σώμα. Θα ήταν σαν να καταργούσα τον εαυτό μου. Μπορώ μόνο να επανέρχομαι κι εξονυχιστικά να τις κοιτώ τακτοποιημένες στο χαρτί, για να ανακαλύψω την αλήθεια και τον ήχο τους. Άρα και την δική μου αλήθεια, και τον δικό μου ήχο. Και να τους λέω κάθε φορά, ένα ευχαριστώ για την καλοσύνη τους να έρχονται.

Είμαι από τους ανθρώπους που δεν πετούν τίποτα. Έχω κρατήσει γραπτά μου από τα χρόνια του σχολείου ακόμη και ανατρέχω μερικές φορές, για να μπορώ να βλέπω και να κατανοώ καλύτερα την αλλαγή που συμβαίνει στη ζωή μου, μέσα στην πάροδο των χρόνων. Σε όλα τα επίπεδα, ψυχικά και πνευματικά, αλλά και στον τρόπο που αντιλαμβάνομαι και βλέπω τον κόσμο.

Ποια είναι η προσωπική σου άποψη για τον χώρο της λογοτεχνίας στην Ελλάδα;

Υπάρχει πολυφωνία και διαφορετικότητα κι αυτό είναι καλό. Η έκφραση μέσω του γραπτού λόγου – ανεξάρτητα από το λογοτεχνικό είδος που επιλέγει κάποιος – υπήρχε ανέκαθεν στον Έλληνα, από αρχαιοτάτων χρόνων. Είναι μέσα στα γονίδιά μας, νομίζω. Όπως και το τραγούδι. Μου αρέσει που βλέπω ολοένα και περισσότερους ανθρώπους να γράφουν, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει πως υπάρχει σε όλα η ίδια ποιότητα. Ο κάθε συγγραφέας, ο κάθε ποιητής, βρίσκει πάντα το αναγνωστικό κοινό του, μεγάλο ή μικρό. Που κι αυτό επίσης μπορεί να είναι δυσανάλογο με την ποιότητα του κειμένου, ως ανάγνωσμα.

Υπάρχουν κάποιοι εκδοτικοί οίκοι, που βγάζουν σε κυκλοφορία πονήματα που ίσως να μην είναι όλες τις φορές αντάξια των προσδοκιών. Σαφώς δεν μιλώ ως κριτής, μην παρεξηγηθώ. Ούτε και αφοριστικά. Μιλώ κυρίως ως αναγνώστης. Θεωρώ πως ίσως τώρα, δεν φιλτράρονται τόσο καλά όσο παλιότερα, όλα τα βιβλία που βγαίνουν σε κυκλοφορία. Κι ενώ αυξάνει η προσφορά, μειώνεται δυστυχώς η ζήτηση. Δεν υπάρχει πια ποσοτικά το ίδιο αναγνωστικό κοινό που υπήρχε ίσως πριν πέντε, δέκα χρόνια. Και σε αυτό έχει παίξει πολύ σημαντικό ρόλο και η οικονομική κατάσταση που βιώνουμε. Έχουμε δει ιστορικά βιβλιοπωλεία αλλά και εκδοτικούς οίκους να κλείνουν. Είναι βαθιά λυπηρό αυτό, όμως όταν δυσκολεύεσαι να τα βγάλεις πέρα με τις υποχρεώσεις του μήνα, σίγουρα δεν θα σκεφτείς να αγοράσεις ένα βιβλίο, ή κι αν το κάνεις δεν θα είναι με την συχνότητα που συνήθιζες στο παρελθόν.

Και για να μιλήσω για την ποίηση, μιας και είναι το λογοτεχνικό είδος που κατά κύριο λόγο ασχολούμαι, βλέπεις ακόμη και στον ψηφιακό κόσμο της πλατφόρμας του facebook, ανθρώπους να γράφουν, να αναρτούν, να αγαπούν την ποίηση, αλλά ελάχιστοι από αυτούς θα πάνε στα βιβλιοπωλεία να αγοράσουν μια ποιητική συλλογή κι ακόμη πιο λίγοι θα έχουν σωστή και ολοκληρωμένη γνώση του έργου του ποιητή που επιλέγουν. Κι όλα αυτά δείχνουν κάτι.

Κατάγεσαι από τα Ανώγεια Ρεθύμνης και ζεις στην Αθήνα. Περίγραψέ μας μια αγαπημένη εικόνα των παιδικών σου χρόνων.

Ο πατρογονικός τόπος καταγωγής μου, είναι για μένα μεγάλη κληρονομιά και υπερηφάνεια. Ωστόσο η εικόνα που θα σου περιγράψω δεν σχετίζεται με αυτόν, καθώς μεγάλωσα σε αστικό περιβάλλον και έτσι οι μνήμες μου είναι περισσότερο εντός των τειχών της Αθήνας.

Με θυμάμαι με τον πατέρα μου και την αδερφή μου να πηγαίνουμε στις κούνιες και να μην θέλω να κατέβω. Του ζητούσα να με ωθεί όλο και ψηλότερα, γιατί απολάμβανα αυτή την αίσθηση της ελευθερίας που έχεις όταν είσαι ψηλά. Δεν κρατιόμουν από τις αλυσίδες, αλλά έβαζα αντίσταση με τους ώμους μου για να μην πέσω· έκλεινα τα μάτια και άνοιγα τα χέρια. Γινόμουν εκείνη την ώρα με το μυαλό, την ψυχή και το σώμα μου πουλί.

Ακόμη και τώρα που μεγάλωσα, αν τύχει να βρεθώ σε παιδική χαρά, είναι απόλυτα σίγουρο πως θα κάνω κούνια για να ξεσκονίσω λίγο τα φτερά μου.

Πες μου έναν συγγραφέα και έναν ποιητή που ξεχωρίζεις και τους λόγους που σε αγγίζουν.

Δύσκολα μου βάζεις τώρα, γιατί κυρίως ποιητής είναι παραπάνω από ένας! Όσον αφορά στον συγγραφέα, ο Γιώργος Χειμωνάς. Ξεκίνησα να τον διαβάζω σε ηλικία που μπορούσα να κατανοήσω το μεγαλείο του έργου και της λογοτεχνικής κληρονομιάς του. Με συναρπάζει ο πρωτόγνωρος λογοτεχνικά τρόπος που σπάει τη γλώσσα, αλλά ταυτόχρονα της επιτρέπει να αναπνέει και να διατηρεί τον εσωτερικό ρυθμό της. Το γεγονός πως δεν βάζει συχνά έως και καθόλου σε κάποια κείμενα σημεία στίξης, κι έτσι ο δικός μου εσωτερικός χτύπος μεταβάλλεται διαρκώς. Η λυρικότητα που έχουν όλα τα πεζά του και ο τρόπος που γράφει τις λέξεις τη μία δίπλα στην άλλη – που ελλείψει σημείων στίξης – μοιάζει σαν να αλλάζει το νόημα, κάτι που μπορεί να μην συμβαίνει.

Με εντυπωσιάζει το πώς μέσα στα κείμενά του τοποθετεί τον εαυτό του σε σχέση με τον κόσμο και το αντίστροφο, καθώς και το τρόπον τινά προφητικό στοιχείο που υπάρχει στα γραπτά του. Θα μπορούσα να σου μιλάω ατελείωτες ώρες, γιατί είναι τόσα πολλά αυτά που με δονούν στον Γ. Χειμωνά.

Ποιητή θα σου απαντήσω τον Φερνάντο Πεσσόα, που όμως μέσα μου είναι ακριβώς στο ίδιο επίπεδο λατρείας που έχω στον Καβάφη. Το πολυσχιδές της προσωπικότητάς του, το γεγονός πως επινοούσε διαρκώς τον εαυτό του μέσα από τους ετερώνυμούς του, το βρίσκω συναρπαστικό. Έγραφε για τον ίδιο, μιλούσε εκ μέρους του, με την μεσολάβηση ωστόσο μιας επινοημένης ταυτότητας. Που δεν ήταν απλά φανταστική αλλά είχε τη δική της ξεχωριστή ζωή και καθημερινότητα. Και δεν το έκανε μόνο μια, αλλά πέντε φορές. Πέντε διαφορετικοί ετερώνυμοι. Μπορείς να συλλάβεις το μέγεθος του μυαλού αλλά και του πολύ ιδιαίτερου ψυχισμού, αυτού του υπέροχου ποιητή; Και πετύχαινε κάθε φορά ως ένας άλλος, να μας καταθέτει και τελείως ξεχωριστά ποιήματα ως έργο! Είναι εξαιρετικά θαυμάσιο και σίγουρα για μένα, πολύ δύσκολο. Η μελαγχολία του, η ανάγκη του για τη ζωή που φοβόταν να ανακαλύψει και να ζήσει, η εναγώνια προσπάθειά του να βγει από τον εαυτό του και να επαναπροσδιορίζεται συνεχώς, με συγκινούν. Ο αξιοπρεπής πόνος των ματαιωμένων ελπίδων του σε κάποια ποιήματα, με καθηλώνει.

Τι θα συμβούλευες ένα νέο παιδί που γράφει, που ονειρεύεται να κρατήσει στα χέρια του μια μέρα το δικό του βιβλίο;

Δε μου αρέσει να δίνω συμβουλές, είμαι ο πιο αναρμόδιος άνθρωπος γι’ αυτό και κυρίως αν δε μου ζητηθεί. Πιστεύω πως ο καθένας οφείλει στον εαυτό του, να βρίσκει μόνος του το μονοπάτι που θα περπατήσει στον κόσμο και να αποφασίσει για τη ζωή του. Βαθιά μέσα μας, όλοι ξέρουμε τι αγαπάμε, τι είναι αυτό που αν το χάσουμε, αν δεν το πράξουμε δεν θα μπορέσουμε να είμαστε ήρεμοι κι ευτυχισμένοι στη ζωή μας. Η αγάπη για τις λέξεις είναι έμφυτη σε κάποιους ανθρώπους. Είναι ένα κάλεσμα τόσο δυνατό που καταλύει κάθε αντίσταση. Θέλει όμως φροντίδα και καλλιέργεια, όπως όλα. Θέλει μελέτη και αφοσίωση.

Αν κάποιος λοιπόν ερχόταν κι επέμενε να του πω κάτι, αυτό θα ήταν να έχει πίστη στον εαυτό του και στις δυνάμεις του και να διαβάζει. Να μην επαναπαύεται ποτέ και να μην ψάχνει την εύκολη λύση, γιατί κάποια μέρα οι λέξεις θα του το γυρίσουν. Κι αν νιώθει μέσα του τη φωτιά, να την ποτίζει για να μη σβήσει. Και θα του ευχόμουν μια μέρα, να έχω τη χαρά να διαβάσω το βιβλίο του.

Θέλω, πλάι στις παρακάτω αντιπροσωπευτικές έννοιες, να γράψεις την πρώτη λέξη/εις που σου έρχονται στον νου:

Πάθος: Άνθρωπος

Σκοπός: Άνθρωπος

Απωθημένα: Άνθρωπος

Ψυχή: Άνθρωπος

Φόβος: Άνθρωπος

Πες μου δυο λόγια για την επικείμενη ποιητική σου συλλογή.

Τιτλοφορείται «Αγέννητη Γη» και θα κυκλοφορήσει πολύ σύντομα από τις εκδ. Σοκόλη. Αποτελείται από συνολικά 58 ποιήματα· είναι μια κατάθεση μνήμης, μια αποτύπωση στιγμιότυπων και γεγονότων της ζωής μου.Τα έκανα λέξεις για να τα δω από απόσταση πια και να τα κατανοήσω καλύτερα· να τα εξαγνίσω και να τους επιτρέψω να περάσουν στην ιστορία, αφήνοντάς τα να ξεκουραστούν και να προχωρήσω παρακάτω, χωρίς να υπάρχει το παραμικρό που να με βαραίνει.

Τι θα έλεγες να κλείναμε με ένα ποίημά σου;

Γιατί όχι; Το ποίημα ονομάζεται «Άγονη γραμμή» και θα περιλαμβάνεται όχι στην επικείμενη ποιητική συλλογή μου, αλλά σε αυτή που ήδη έχω αρχίσει να γράφω. Αιτία και αφορμή για να γραφτεί, ήταν μια φωτογραφία του φίλου μου και εξαιρετικού φωτογράφου, Χάρη Τσιλόπουλου. Όταν την είδα, με έπιασε από την ψυχή και δεν μπορούσα ούτε και ήθελα να ξεφύγω. Κι εγένετο ποίημα. Και τον ευχαριστώ πολύ γι’ αυτή του την προσφορά.

«Άγονη γραμμή»

 

Θολό κι ακίνητο τοπίο

Κάτω απ’ το φόρεμα της νύχτας

όλες οι λέξεις μυρίζουν σιωπή

 

Σε θυμάμαι

να κοιτάς έναν σπασμένο ορίζοντα

κι από τα μάτια σου να στάζουν φωτιές

 

Βαρύς χειμώνας τούτος ο Αύγουστος

κι είναι το σώμα μου άνυδρη γη

Από τα νύχια μου βγαίνουν πουλιά

μα τα φτερά τους είναι σπασμένα

 

Καμιά ιστορία μου πια δε γελάει

Έλα

Στέκεται απέναντι η ζωή

και με σημαδεύει κατάστηθα

Έλα

Ίσα που προλαβαίνω να της ξεφύγω