Συνέντευξη στην Άννα Παχή

H Πολύνα Γκιωνάκη βρίσκεται πάλι στο φυσικό της χώρο, το Θέατρο. Καταθέτει ψυχή μέσα από την παράσταση «Κόκκινη Μνήμη» σε κείμενο δικό της και σκηνοθεσία Γιάννη Βαμβακά, που παρουσιάζεται για δεύτερη συνεχή χρονιά στο θέατρο «Αλκμήνη». Με αφορμή το αυτοβιογραφικό αυτό έργο, πάνω στη γυναικαία κακοποίηση,  το iart.gr συνομίλησε με τους δυο καλλιτέχνες για την παράλογη βία, την Τέχνη και τη σημασία του να προχωράς μπροστά.

Πόσον καιρό χρειάστηκες για να γράψεις το κείμενο;

Πολύνα Γκιωνάκη: Η αρχική του γραφή έγινε πέρσι και πήρε λίγο, στη συνέχεια όμως, χρειάστηκα πολύ περισσότερο χρόνο για την επεξεργασία του. Γράφτηκε κάτω από μεγάλη συναισθηματική πίεση, καθώς δημιουργήθηκε αμέσως μόλις έφυγα από εκείνη την σχέση και βρισκόμουν σε κατάσταση ‘υπερ-μνησίας’.  Όταν αποφασίσαμε πως θα  παιχτεί και φέτος, συζητήσαμε με το σκηνοθέτη Γιάννη Βαμβακά, που πίστευε ότι χρειάζονταν κάποιες διορθώσεις. Οπότε, το «βάλαμε κάτω» που λένε. Συνεργαστήκαμε πολύ ωραία. Αφαίρεσα κάποια πράγματα, πρόσθεσα κάποια άλλα. Θεωρώ ότι ένα έργο δεν τελειώνει ποτέ. Μπορείς συνέχεια να το γράφεις και κάθε φορά να γίνεται κάπως καλύτερο.

Γιάννης Βαμβακάς:  Ήταν πολύ εποικοδομητικό, αυτό το «ξαναπάλεμα».  Νομίζουμε ότι φτάσαμε στο όριο, δεν πρέπει να πειραχτεί άλλο. Προσδώσαμε πολλές πτυχές, προσπαθήσαμε να καταπιαστούμε με όλα, να το δούμε πιο σφαιρικά και να δώσουμε ελπίδα στο τέλος, μια ελπίδα που τη δίνει η κραυγή «Μίλα».

Μίλα και φύγε.

Πολύνα: Φύγε και μίλα γιατί αν μιλήσεις πριν, κινδυνεύεις πολύ.

Γιάννη, πότε είδες για πρώτη φορά το κείμενο; Πως ένιωσες; 

Είδα την παράσταση πέρσι, ήταν τελείως διαφορετική από αυτήν που παρουσιάζουμε τώρα. Με συγκίνησαν πολλά στοιχεία της, όπως με συγκίνησε η Πολύνα που διέθετε φοβερή ενέργεια. Στην  περσινή οπτική, η ηρωίδα έφτανε τα όρια της τρέλας. Η Πολύνα μόλις είχε ξεφύγει από τη βία που είχε υποστεί. Δε μπορούσε να είναι πολύ λογική.

Πολύνα: Όταν βρίσκεσαι στην συναισθηματική κατάσταση που βρισκόμουν όταν το έγραφα, υπάρχει  ανισορροπία. Άλλωστε, η παραμονή σε μια τέτοια σχέση σημαίνει εξ ορισμού ανισορροπία. Όταν πια φεύγεις από αυτήν δεν επανέρχεσαι αμέσως, δεν πατάς ένα κουμπί λέγοντας «έχω συνέρθει».

Γιάννης: Με άγγιξε πολύ. Δεν πίστευα ότι υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να μείνουν σε κατάσταση τέτοιας βίας και δε μπορούσα καν να σκεφτώ πως υπάρχουν άνθρωποι που την ασκούν. Συγκινήθηκα. Ο πραγματικός άνδρας δεν σηκώνει ποτέ το χέρι του σε μια γυναίκα.

Πολύνα: Το να χτυπάς έναν άνθρωπο δηλώνει πως είσαι αδύναμος. Για αυτό τον χτυπάς.

Γιάννης: Ακόμα κι έτσι, αν τα βάλεις με έναν άλλον άνδρα και πεις ότι χτυπιέμαι για χ λόγους, υπάρχει μια ισορροπία. Δεν είναι το καλύτερο αλλά είναι πιο «αποδεκτό». Το να χτυπήσεις μια γυναίκα είναι άνανδρο. Δε θεωρείται άνδρας αυτός που το κάνει.

Πολύνα, το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου είναι προσωπικά σου βιώματα. Πέρσι που παίχτηκε, βρισκόσουν σε μια συγκεκριμένη κατάσταση. Φέτος βρίσκεσαι σε μια άλλη. 

Πολύνα: Το ότι μίλησα με έχει βοηθήσει πάρα – πάρα πολύ επειδή, όταν έχεις κάτι μέσα σου και το βγάζεις, αμέσως ξαλαφρώνεις. «Ο πόνος που μοιράζεται δεν είναι πια μεγάλος». Υπό αυτό το πρίσμα, το κείμενο με βοήθησε εξαιρετικά. Ακόμη περισσότερο, βοήθησε η ψυχολογική και ηθική στήριξη που είχα. Απευθύνθηκα στο Κέντρο Κακοποιημένων Γυναικών, όπου με είδε κοινωνική λειτουργός και ψυχολόγος. Η στήριξη αυτή συνεχίζεται μέχρι σήμερα, χρειάζεται, όταν υφίστασαι τόση βια όχι μόνο σωματική αλλά και ψυχολογική, που, πιστεύω, είναι χειρότερη.  Η αρρώστεια του σώματος είναι λιγότερο επώδυνη από την αρρώστια της ψυχής. Δε μπορείς να τα βγάλεις πέρα μόνος σου, είναι πάρα πολύ δύσκολο. Ίσως κάποιοι άνθρωποι τα καταφέρνουν, εγώ δεν ήμουν τόσο δυνατή.Το γεγονός ότι μίλησα, το έβγαλα έξω στον κόσμο, ήταν ο μοναδικός τρόπος που ένιωθα ότι μπορώ να κάνω κάτι για να πάψει – αν γίνεται να πάψει – να συμβαίνει αυτό. Σκέφτηκα πως «έχω την τέχνη μου. Θα το γράψω και θα το κάνω θεατρική παράσταση».

Δεν είναι δύσκολο και επώδυνο να ξαναζείς έστω και στη σκηνή, πράγματα που σε έχουν σημαδέψει;

Καθόλου και θα σου πω γιατί. Με το που λέω «κάνουμε πρόβα» σταματάω να είμαι εγώ. Είμαι ο ρόλος. Παίζω το ρόλο μιας άλλης γυναίκας. Αν κάνω τη σύνδεση ότι  όλα αυτά τα έχω υποστεί η ίδια, θα τρελαθώ, θα σκεφτώ πόσο δειλή, πόσο ηλίθια ήμουν. Θα αναρωτηθώ γιατί παρέμεινα.. Δεν πρέπει  ο κόσμος να κατηγορεί τις γυναίκες που μένουν σε μια τέτοια σχέση. Αυτοί οι άνθρωποι είναι τρομερά χειριστικοί. Οι γυναίκες θυματοποιούνται, γίνεται εξαιρετικά δύσκολο να φύγεις. Οι θύτες σε απομονώνουν από όλον τον κόσμο. Ήμουν πολύ κοινωνική, με πολλούς φίλους. Τους έχασα όλους.

Έτσι γίνεται, είναι το πρώτο πράγμα που χάνεις.

Πολύνα: Το διάστημα που ήμουν σε αυτήν τη σχέση, απομακρύνθηκα από τους πάντες. Δε μπορείς να γυρίσεις μετά από δέκα χρόνια να πεις: «Γειά σας, είμαι εδώ».

Ίσως θα έπρεπε. Καμιά φορά οι άνθρωποι σε εκπλήσσουν ευχάριστα. Σε μένα έτσι συνέβη. Λίγο μετά τη μέση της παράστασης σκεφτόμουν «Γιατί δε λέει ‘γιατί έμεινε’;»  Εκείνη τη στιγμή το είπες. Είναι πολύ βασικό, ο κόσμος δε μπορεί να καταλάβει το γιατί μένει μια γυναίκα σε μια τέτοια σχέση. Το βλέπει από τη μεριά του λογικού, του βολεμένου.

Πολύνα: Η βία είναι πάντα ένοχη, πάντα παράλογη και πάντοτε ίδια. Όταν κάτι είναι παράλογο, δεν μπορείς να το εξηγήσεις με τη λογική.

Πως νιώθει ο σκηνοθέτης την κάθε φορά;

Γιάννης: Αρχικά μου προξενούσε οργή. Το ξεπέρασα καθώς τώρα βλέπω άλλου είδους επιτεύγματα επί σκηνής. Δεν είναι μόνο η Πολύνα ως άνθρωπος που τα έχει υποστεί αυτά, αλλά και η συγγραφέας και η ηθοποιός. Είναι ιδιαίτερα αξιέπαινο το πως κατορθώνει να μεταλάσσεται συνέχεια μέσα στο ρόλο, να ελίσσεται σε όσα γίνονται και σκηνοθετικά.  Όσον αφορά το ‘γιατί μένεις’, ίσως η απάντηση είναι ότι όσοι ασκούν βία, δεν την ασκούν συνέχεια. Υπάρχουν και καλές στιγμές.

Πολύνα: Οι καλές στιγμές υπάρχουν μόνον όταν επαναστατήσεις, πεις «φεύγω». Τότε βιώνεις το λεγόμενο «μήνα του μέλιτος» όπου ο άλλος γίνεται πάρα πολύ καλός μέχρι να επανέλθει στον εαυτό του. Το διάστημα είναι πολύ μικρό κι έρχεται να σε πείσει ότι πρέπει να μείνεις. Όπως αναφέρει και το κείμενο «έδινε το δηλητήριο σε μικρές δόσεις».

Στη σκηνή η Πολύνα φαίνεται δυο μέτρα! Και οι εναλλαγές… Πότε μικρούλα, πότε μεγάλη, φτασμένη ηθοποιός, σύντροφος, κόρη… Απαιτείται πολλή δουλειά για να τα πετύχεις όλα. Πρέπει να είναι σκληρό και κουραστικό.

Γιάννης: Είναι η πρώτη φορά που συνεργαζόμαστε και δουλέψαμε πάρα πολύ. Η Πολύνα είναι σα σφουγγάρι, λες κάτι και το απορροφά κατευθείαν.

Έχεις υποστεί πάρα πολλά από έναν άνδρα και παρόλα αυτά έχεις το κουράγιο να συνεργάζεσαι με έναν άνδρα. Δεν έχεις χάσει την εμπιστοσύνη σου στους άνδρες, δεν τους έχεις κατηγοριοποιήσει..

Πολύνα: Αυτό είναι κάτι που μου είπε η ψυχολόγος από την αρχή: «Έχεις πολλά προβλήματα αλλά ένα τεράστιο καλό. Έχεις ελπίδα». Η αλήθεια είναι ότι έχω ελπίδα στη ζωή μου, πάντα.

Αυτό θέλει μεγάλη δύναμη. Είναι πολύ εύκολο να «αυτοθυματοποιηθούμε», να αποφασίσουμε να περάσουμε τη ζωή μας αναμασώντας, μην κάνοντας τίποτα για να πάμε μπροστά.

Πολύνα: Απαιτεί πίστη.  Δε θα έκανα ποτέ κάτι σαν αυτό που περιγράφεις. Σε ένα σημείο που έχω αλλάξει πολύ, είναι ότι είμαι πάρα πολύ προσεκτική πια, και πλέον, κάτι που με ενοχλεί το λέω αμέσως κι ίσως γίνομαι κάπως υπερβολική. Αυτό είναι η άμυνά μου.

Είναι δύσκολη η συνεργασία με έναν άνθρωπο που είναι λίγο πιο απόλυτος σε κάποια πράγματα;

Γιάννης: Ήξερα από την αρχή τι της συνέβη. Όταν ξεκινάς με τέτοια αφετηρία δε χρειάζεσαι τίποτε άλλο. Οφείλεις να ξέρεις ότι κάποια όρια δεν πρέπει να τα ξεπερνάς. Η μεταξύ μας σχέση, είναι τέλεια αλλά, για παράδειγμα, δεν μπορείς να την ξαφνιάσεις για πλάκα, δεν αντέχει τέτοιες καταστάσεις. Αυτό όμως δε σημαίνει κάτι. Η ουσία δεν αλλάζει, είναι εκεί.

Φοβάσαι ακόμη;

Πολύνα: Ναι. Όχι όπως πρώτα, αλλά φοβάμαι. Θεωρώ ότι ο μεγαλύτερος εχθρός του ανθρώπου είναι ο φόβος. Άν έχεις μια αρρώστια, με τη δύναμη του θεού και την δική σου, μπορεί να την ξεπεράσεις. To να φοβάσαι όμως διαρκώς, είναι το μεγαλύτερο μαρτύριο. Όταν έχεις ζήσει μια τέτοια σχέση, αποκτάς φοβίες, δίχως λόγο κι αιτία πια, αφού έχεις φύγει. Οι φόβοι  συνεχίζονται. Δεν ξέρεις τι φοβάσαι, συγκεκριμένα, έχεις γενικά ένα φόβο.

Όλοι, κάποια στιγμή έχουμε υποστεί μια μορφή βίας. Όταν το βλέπεις τόσο ζωντανό στη σκηνή, αυτομάτως θυμάσαι τα δικά σου. Έβλεπα τον κόσμο, όσο προχωρούσε η ώρα, να ‘μουδιάζει’. Κι εγώ επίσης. Το έργο έμεινε μαζί μας και μετά το τέλος της παράστασης.

Γιάννης: Προσωπικά αντιλαμβάνομαι κάποιες φορές μια αμηχανία. Όταν το βιώνεις και ταυτίζεσαι, δε μπορείς ούτε να γελάσεις, παρόλο που το έργο έχει χιουμοριστικά στοιχεία. Στο τέλος, το χειροκρότημα ξεκινά δύσκολα, μετά όμως δυναμώνει διαρκώς. Χαίρομαι για αυτό που είπες. Όταν ένα έργο μένει μαζί σου και μετά το τέλος του, σημαίνει πως κάτι έχεις κάνει καλά. Πολύς κόσμος δεν θέλει να παρακολουθήσει κάτι που ίσως τον ‘στενοχωρήσει’. Θεωρώ όμως πως η αγαλλίαση βρίσκεται στο αληθινό, σε κάτι που θα σε αγγίξει, θα σε κάνει να σκεφτείς λίγο παραπάνω. Το να βλέπεις κάτι με το οποίο γελάς υποχρεωτικά, για μένα δεν έχει νόημα.

Πολύνα: Σημασία δεν έχει να βλέπουμε παραστάσεις για να γελάσουμε. Πιστεύω πως πρέπει να βλέπουμε έργα που μας κάνουν καλύτερους ανθρώπους, από τα οποία παίρνουμε πράγματα.  Αυτό είναι η τέχνη.

Θα μπορούσες να ζήσεις χωρίς αυτήν; 

Πολύνα: Όχι. Αν κι ο άνθρωπος τελικά, τα αντέχει όλα, θα ήθελα να δουλεύω συνέχεια. Μου έχει λείψει. Γεννήθηκα μέσα στο θέατρο, ήμουν πάρα πολύ μικρή όταν βγήκα στο θέατρο, δούλευα πριν καν τελειώσω το Λύκειο και μετά, για λόγους προσωπικούς σταμάτησα για μεγάλο διάστημα. Δε γινόταν αλλιώς. Μου στοίχισε πολύ αυτό.

Επίσης, γράφεις.

Τα χρόνια που δεν δούλεψα έπρεπε κάπως να εκτονώσω όλο αυτό που είχα μέσα μου. Έτσι άρχισα να γράφω.

Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω και τους δυο για αυτό που κάνετε. Ξέρω πόσο δύσκολο είναι για την Πολύνα που το έζησε, αλλά και το Γιάννη, που μπαίνει σε μια κατάσταση στην οποία λογικά, δε θα έμπαινε ποτέ.

Γιάννης: Όταν είδα το έργο, η πρώτη μου σκέψη ήταν να το κάνω ντοκιμαντέρ. Δεν είχα σκοπό να ασχοληθώ με το θέατρο, προέκυψε μόνο του. Κάποια στιγμή βέβαια, θα το κάνουμε, για να επικοινωνηθεί περισσότερο.

Πως έχει ανταποκριθεί το κοινό;

Πολύνα: Μέχρι στιγμής λαμβάνουμε θερμό χειροκρότημα κι ακούμε πολύ καλά λόγια.

Πληροφορίες για την παράσταση που πρέπει οπωσδήποτε να δείτε, εδώ

Κριτική της παράστασης, εδώ

Άννα Παχή

Άννα Παχή

Παιδί της πόλης και Αιγόκερως. Ζει κι εργάζεται στην Αθήνα, γράφοντας για όσα της κάνουν εντύπωση, καλή ή κακή. Έχει εκδώσει τη νουβέλα «Το έπος των Gpeleαίων» και τον Οδηγό Επιβίωσης «Αντρών Εγχοιρίδιον». Της αρέσουν οι σοκολάτες και τα μιούζικαλ.

Δείτε επίσης