Συνέντευξη στην Άννα Παχή

Με αφορμή την νέα του παράσταση «Tango Bar» ο Σπύρος Μιχαλόπουλος μιλά στο iart.gr για το θέατρο, το σινεμά και τη σημασία του να κάνεις αυτό που θέλεις. Από τις συζητήσεις που η γράφουσα δεν ήθελε να τελειώσει. Απολαύστε.

Μίλησέ μας για σένα.

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Πρέβεζα. Κατόπιν η οικογένειά μου «μετανάστευσε» στην Αθήνα, κι έκτοτε, ζω εδώ. Τελειώνοντας το σχολείο βρέθηκα στην Πολωνία, να σπουδάσω χημικός μηχανικός. Στην πορεία στράφηκα στην σκηνοθεσία, στην Κινηματογραφική Σχολή Λοτζ, από τις καλύτερες του κόσμου τότε. Το 1984 επέστρεψα κι άρχισα να εργάζομαι. Ξεκίνησα ως βοηθός σκηνοθέτη στην ΕΡΤ και σε μεγάλου μήκους ταινίες του Αγγελόπουλου, του Πανουσόπουλου. Πέρασα δέκα χρόνια στη διαφήμιση και το 2004 μπήκα ενεργά στο χώρο των σήριαλ. «Βέρα στο δεξί»,»Έρωτας», «Πολυκατοικία», για να αναφέρω μερικά. Εργάστηκα επίσης στην Κύπρο, κάνοντας αρκετές πετυχημένες σειρές. Εκεί ξεκίνησα θέατρο. Το αγαπώ και το σέβομαι τόσο πολύ, που φοβάμαι να το ακουμπήσω. Για αυτό ίσως «μπήκα» τόσο αργά.

Σινεμά;

Έκανα μια ταινία μεγάλου μήκους, μια μικρού, τα πάντα σε ότι αφορά στην εικόνα. Επίσης το 2016 ολοκλήρωσα το «Luna Bar». Ιστορίες που συμβαίνουν με αφορμή ένα γκαρσόνι που εργάζεται εκεί. Βλαδίμηρος Κυριακίδης, Θοδωρής Κατσαφάδος, Γιάννης Στόλας, είναι μερικοί από αυτούς που συμμετέχουν. Ακόμη ψάχνω διανομή, καθώς δεν είναι τόσο «εμπορική», όσο αυτές που θέλουν οι εταιρείες. Κάπου τις καταλαβαίνω, κάπου όχι. Το μόνο που σκέφτονται είναι το κέρδος. Λογικό, καθώς πρόκειται για επιχειρήσεις. Το «Luna Bar» διαθέτει 33 ηθοποιούς αλλά απέχει από το παραμύθι του «τι θέλει ο κόσμος».

Κάπου κάνουν λάθος. Ο κόσμος δεν πάει στις ελληνικές ταινίες.

Ακριβώς. Άλλωστε, οι ίδιοι φτιάχνουν αυτό που «θέλει ο κόσμος»‘. Στην εποχή όπου δεσπόζει η τηλεόραση, τα τηλεοπτικά πρόσωπα – αν και όχι όσο παλαιότερα – είναι must. Έτσι, φτιάχνονται ταινίες πάνω σε συγκεκριμένους ανθρώπους, με υποτυπώδες σενάριο και εξέλιξη που δεν «τραβά». Ο Λάνθιμος – που θεωρώ μεγάλο καλλιτέχνη – έψαχνε παραγωγό και διανομή για τον «Κυνόδοντα». Τελικά, μάζεψε ότι λεφτά είχε και την έκανε μόνος του. Κανείς δεν ρίσκαρε να την βάλει σε αίθουσα. Μετά το βραβείο βέβαια, άλλαξαν τα πράγματα.

Στον ελληνικό κινηματογράφο φαίνεται πως λείπουν οι πόροι.

Αναμφισβήτητα, οι Έλληνες σκηνοθέτες έχουν αναπτύξει πολύ καλή τεχνική. Είναι άθλος να φτιάξεις ταινίες με υποτυπώδη χρηματική ενίσχυση. Είναι άθλος να περιορίσεις την σκέψη,  την φαντασία σου επειδή δεν φτάνουν τα χρήματα. Παρόλα αυτά, γίνονται. Το μόνο «πρόβλημα» είναι η θεματολογία, έχει μια εσωστρέφεια που δεν καταλαβαίνω.  Μετά την Μεταπολίτευση κυριαρχούσαν οι ταινίες της Αντίστασης, βλέπαμε παντού έναν αντάρτη.  Ύστερα, ήρθε η γενιά της αμφισβήτησης, το ελληνικό σινεμά ψαχνόταν. Ο Νικολαΐδης έφερε μια ατμόσφαιρα λίγο street movie, λίγο «περίεργη». Τώρα, κυριαρχούν τα «αρρωστημένα» σενάρια. Αυτό φυσικά είναι καλό, πρόκειται για μορφή έκφρασης, αλλά δεν φέρνει κόσμο στο σινεμά. Ένας έλληνας σκηνοθέτης συνήθως κάνει μια, το πολύ δυο ταινίες αν είναι τυχερός, οπότε  προσπαθεί, μέσα από αυτήν να πει τα πάντα. Αυτό είναι λάθος. Σινεμά κάνουμε επειδή θέλουμε να πούμε κάτι, κι όχι απαραίτητα τα δικά μας εσώψυχα. Αυτήν την στιγμή, από μεγάλους έλληνες κινηματογραφιστές, έχουμε τον Παντελή Βούλγαρη, τον Γιώργο Πανουσόπουλο, έναν μοναχικό «τρελό», και τη νέα γενιά όπως ο Λάνθιμος, ο Μακρίδης, και άλλοι, που ασχολούνται με πράγματα που για μένα, δεν είναι σινεμά.

Στην Ελλάδα, μια καλή επιτυχημένη ιδέα, ξεζουμίζεται και τελικά ευτελίζεται.   

Το ζήτημα είναι, γιατί κάνει κάποιος σινεμά. Μόνο η καλή ιδέα, δε φτάνει. Οι σκηνοθέτες   στην Ευρώπη, το κάνουν επειδή έχουν μια ψυχολογική πορεία, εσωτερική. Είχα για ένα χρόνο, δάσκαλο τον Κισλόφσκι. Έμαθα πάρα πολλά από αυτόν, καταρχάς, το σεβασμό στο σετ. Ο Κισλόφσκι, όπως κι ο Αλμοδοβάρ, έκαναν κύκλους ταινιών. Ήθελαν να πουν πράγματα. Δεν είχαν μια ιδέα, την έκαναν και τέλος. Αυτό είναι πρόβλημα και  παθογένεια του ελληνικού σινεμά, που στην Ελλάδα, είναι σύμπτωση. Ο Γιάννης Οικονομίδης, ο Λάνθιμος, κάνουν σινεμά με κύκλους. Οι υπόλοιποι το αντιμετωπίζουν ερασιτεχνικά, με μια ιδέα. Η αλήθεια είναι πως δεν είναι πολλοί αυτοί που μπορούν να γράψουν σενάρια, θα βοηθήσουν την ταινία να πει αυτά που θέλει  και τον σκηνοθέτη να προχωρήσει με αυτήν. Περιμένεις από τον κόσμο να έρθει να δει μια ιδέα. Το ίδιο περίπου συμβαίνει στο θέατρο. Ανεβαίνουν μόνον οι καταξιωμένοι έλληνες θεατρικοί συγγραφείς. Κανείς δεν ψάχνει να βρει έναν νέο – και υπάρχουν πάρα πολλοί. Βέβαια, κανείς παραγωγός δεν παίρνει το ρίσκο. Κανείς σκηνοθέτης δεν έχει πρόσβαση σε νέο έργο. Κανένας εκδοτικός οίκος δεν θα το εκδώσει. Πας στα τυφλά. Υπάρχουν διαμάντια που θα χαθούν και θα μείνουμε να  βλέπουμε τα ίδια και τα ίδια, με όσους διαφορετικούς τρόπους φαντάζεται ο κάθε σκηνοθέτης. Γιατί; Προχωράει κάτι, κάπου; Όχι. Την ίδια Αντιγόνη θα δεις, απλά με άλλον τρόπο. Το Εθνικό Θέατρο πρέπει να ανοίξει τις πόρτες του σε συγγραφείς εκτός κυκλωμάτων, τα οποία θα υπάρχουν πάντα, ας μην είναι όμως μόνον αυτά. Κάποιοι εξαιρετικοί νέοι συγγραφείς  κάνουν καριέρα εκτός συνόρων και θα έρθει το έργο τους στην Ελλάδα εξ αντανακλάσεως. Είναι πολύ κρίμα.

Έχουμε πολύ καλούς ηθοποιούς, σκηνοθέτες, τεχνικούς, πολύ ωραία κείμενα. Υπάρχουν όλα και με έναν περίεργο τρόπο δεν μπορούν να συνδυαστούν.

Αυτό συμβαίνει επειδή δεν υπάρχει διαρκής κατεύθυνση στον Πολιτισμό, που είναι το τελευταίο κομμάτι σε έναν προϋπολογισμό, ενώ θα έπρεπε να είναι το πρώτο. Ο Πολιτισμός είναι το πνευματικό φαγητό του κόσμου. Δεν θα έπρεπε να πειραματίζονται με αυτά τα πράγματα. Το Κέντρο Κινηματογράφου, ταλανίζεται τα τελευταία δέκα χρόνια από προέδρους, συμβούλια, ατασθαλίες.. Οι ίδιοι άνθρωποι παίρνουν χρηματοδοτήσεις και αυτό θα γίνεται πάντα. Κυκλοφορούν ταινίες που δεν κάνουν εισιτήρια, παρόλα αυτά, συνεχίζουν να χρηματοδοτούνται. Σαφώς πρέπει να υπάρχουν πειραματικές ταινίες, με τον ανάλογο προϋπολογισμό. Να υπάρχει όμως μια συνέχεια σε αυτό. Να δουλέψει και εμπορικά το Κέντρο Κινηματογράφου, να φέρει κόσμο στις αίθουσες. Να πάει τα έργα στα διάφορα Φεστιβάλ. Αναγκαζόμαστε οι δημιουργοί να παίρνουμε την ταινία παραμάσχαλα, να κάνουμε αιτήσεις στα φεστιβάλ, να πληρώνουμε οι ίδιοι τη συμμετοχή μας, αν μας δεχτούν, για να κάνει η ταινία την όποια καριέρα. Αυτές είναι δουλειές του Κέντρου. Ο ιδιώτης, που θα βάλει λεφτά σε μια ταινία, θέλει τα χρήματά του πίσω. Θεμιτό, πρόκειται για επένδυση. Άρα, θα  «επιβάλλει» μια φόρμα. Ένα μεγάλο όνομα, μια καλή τοποθεσία, συγκεκριμένες ημέρες γυρίσματος.. Έστω κι έτσι, είναι μια αρχή.  Χρειάζεται όμως  συνέχεια. Οφείλεις να διαθέσεις το προϊόν στον κόσμο. Αυτό δεν συμβαίνει. Μόνον ο Αγγελόπουλος έκανε καριέρα στο εξωτερικό, κι αυτό λόγω των εξαιρετικών δημοσίων του σχέσεων.

Θα ήθελα τη γνώμη σου για αυτόν.

Εργάστηκα ως βοηθός του στο «Μετέωρο βήμα του πελαργού». Σαν άνθρωπος δεν συμφωνούσα μαζί του – και δεν του κάνω κριτική – αλλά ως καλλιτέχνης, είναι ίσως ο αξιολογότερος που πέρασε από την Ελλάδα. Συνεπής στο όραμά του. Δεν έβαλε ποτέ νερό στο κρασί του. Δεν «πούλησε» κάτι διαφορετικό από αυτό που έκανε. Ότι είχε μέσα του, ότι δημιούργησε το αφηγήθηκε με τον τρόπο του, τα αργά και μακρόσυρτα πλάνα. Είναι επίσης ο μόνος που έβγαλε το σινεμά στο εξωτερικό και όχι ως ελληνικό φολκλόρ. «Ο Θίασος» είναι εμβληματική ταινία, βρίσκεται ανάμεσα στις καλύτερες όλων των εποχών. Δείχνει την Ελλάδα της Μεταπολίτευσης , την Ελλάδα όπως ήταν εκείνα τα «καταραμένα» χρόνια. Έχουμε συνηθίσει από την τηλεόραση και το σινεμά σε άλλο μοντάζ. Βλέπουμε πράγματα με πιο γρήγορους ρυθμούς, δεν είναι απαραίτητο αυτό. Ο Ταρκόφσκι έχει επίσης αργό τρόπο κινηματογράφησης. Τον λατρεύω, όπως και τον Μπέργκμαν.

Ο τρόπος να αφηγηθείς μια ιστορία, θεωρώ ότι πρέπει να είναι το μέσο, όχι ο σκοπός. Αν ο τρόπος γίνει πιο σημαντικός, κάτι δεν πάει καλά.

Έχεις δίκιο αλλά και η ιστορία είναι Τέχνη. Το θέμα είναι να είσαι συνεπής στο όραμά σου.  Ο Μπέργκμαν, ο Ταρκόφσκι, ο Κουροσάβα, δεν άλλαξαν ποτέ. Για αυτό τους θεωρώ μεγάλους καλλιτέχνες. Υπηρετούν το όραμα με συνέπεια.

Ας μιλήσουμε για το «Tango Bar».

Είναι έργο του Περικλή Κοροβέση, εμβληματικού  συγγραφέα της γενιάς μας. Μιλά για την επιτυχία και την αποτυχία. Στρέφεται γύρω από δυο  ανθρώπους, παιδικούς φίλους. Ο ένας είναι «αποτυχημένος» ηθοποιός που έχει ανοίξει μπαρ που πάει εξαιρετικά καλά. Ο άλλος είναι «αποτυχημένος» θεατρικός συγγραφέας. Συναντιούνται όταν το μπαρ έχει κλείσει. Ξεκινά ένας διάλογος που καταλήγει σε εντάσεις, αγάπη, εξομολογήσεις…. Κάποια στιγμή ακούγεται κάτι εξαιρετικό: «Η αποτυχία του να γίνουμε αυτό που θέλουν οι άλλοι, είναι η επιτυχία μας».

Ταυτίζομαι.

Δεν είσαι η μόνη. Η επιτυχία, είναι κάτι που μας επιβάλλουν οι άλλοι.  Να είσαι «κάτι», να έχεις σπίτι, αυτοκίνητο, όλα όμορφα και «ταχτοποιημένα». Είναι αυτό επιτυχία; Όχι. Δεν έχει νόημα να ζεις, να προχωρήσεις αν τα έχεις τακτοποιήσει όλα αυτά. Που έχει πάει το όνειρό σου; Πως πας για ύπνο; Λες απλά, «άλλη μια μέρα» μέχρι που κάποια στιγμή  αναρωτιέσαι «τι έκανα;» Αυτό πάει να σπάσει το έργο. Όλα στηρίζονται στη λογική και στο φόβο, που καθορίζουν την πορεία μας από την ώρα που γεννιόμαστε. Πρέπει να σπουδάσεις, να βρεις δουλειά. Φοβάσαι να κάνεις κάτι διαφορετικό επειδή δεν είναι στη λογική της κοινωνίας. Είμαστε αυτόνομη μονάδα, πρέπει να καταλάβουμε αυτό που λέει ο Καζαντζάκης «γεννιόμαστε μόνοι, πεθαίνουμε μόνοι». Καλό είναι πριν πεθάνουμε, να έχουμε ζήσει στ’ αλήθεια. Παλαιότεροι φιλόσοφοι έχουν πει πως ο καθένας μας είναι το δυνατότερο σπερματοζωάριο, κι αυτό το ξεχνάμε. Γεννιόμαστε και μπαίνουμε στο καλούπι. Στα όνειρα των γονιών μας, που μας τα «φοράνε» στο κεφάλι, και πάμε. Υπάρχουν τυχεροί, όπως εγώ. Ο πατέρας μου ήταν επιπλοποιός. Όταν είπα πως θα γίνω σκηνοθέτης, η συμβουλή του ήταν να κάνω ότι καταλαβαίνω. Σίγουρα ήθελε να πάρω πτυχίο, να εργασθώ σε βιομηχανία, να κάνω καριέρα, οικογένεια, να είναι όλα όμορφα και τακτοποιημένα. Δεν έγινε έτσι. Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ επιτυχημένο γιατί έκανα αυτό που ήθελα πάντα, κι ακόμη το κάνω. Με τις στενοχώριες, τις αναποδιές, αλλά είναι αυτό που θέλω. Αυτό είναι ευλογία. Αυτή είναι η ουσία του «Tango Bar», που με μάγεψε.

Παίζουν;

Ο Χρήστος Αυλωνίτης κι ο Κώστας Κονταράτος. Νομίζω πως το έργο είναι γραμμένο για αυτούς. Έχουν εργασθεί σκληρά, κι όχι μόνο στο σανίδι, ο καθένας τους έχει κάνει κι άλλες δουλειές, πολλές. Αξιόλογοι ηθοποιοί με πολύ καλή χημεία μεταξύ τους. Είναι μια καλή παράσταση, που σέβεται το θεατή. Αυτό είναι το σημαντικότερο. Μέχρι στιγμής, ακούμε καλά πράγματα.

Τι θα ήθελες να πάρει κάποιος φεύγοντας από το θέατρο;

Να μην στενοχωριέται με την όποια «αποτυχία» γιατί αυτή είναι η επιτυχία τους. Είναι θετικό έργο, βγαίνεις με καλή διάθεση. Πρόκειται για ύμνο στην φιλία δυο ανδρών που γνωρίζονται από παιδιά. Με τα νεύρα, τις απορρίψεις, τους έρωτές τους ο καθένας. Θα μπορούσες να το ακούσεις δίπλα σου κι έτσι το προσέγγισα. Λέγονται βασικά πράγματα. Αν συνειδητοποιήσεις πως την επόμενη στιγμή μπορεί να τελειώσει η ζωή σου, οφείλεις να ζεις την κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία. Να κάνεις τα πράγματα που θέλεις, χωρίς να αφήσεις τίποτα για αύριο, δεν ξέρεις αν θα υπάρξει αύριο. Ακούγεται λίγο πεσιμιστικό, αλλά είναι αλήθεια. Όλοι έχουμε σχέδια. Τι περιμένουμε για να τα κάνουμε πραγματικότητα;

Είναι δύσκολο να ξεφύγουμε από το καλούπι. 

Είναι, αλλά υπάρχει και φόβος. Φοβόμαστε να συγκρουστούμε με το περιβάλλον, γιατί δεν μπορούμε να αντέξουμε το μετά. Προτιμούμε να κουβαλάμε το όραμά μας σαν μεγάλο παράπονο ζωής, παρά να το κάνουμε. Είναι όμως προτιμότερη η σύγκρουση. Όσες πιο πολλές φορές συγκρούεσαι, τόσο πιο κοντά βρίσκεσαι στο στόχο σου. Δε σημαίνει πως θα πετύχεις αμέσως, ποτέ δεν γίνεται αυτό. Θα δουλεύεις, συνέχεια. Όταν ο Μπέκετ έγραψε το «Περιμένοντας τον Γκοντό» ζούσε στο Παρίσι, πάμφτωχος. Τον συντηρούσε η γυναίκα του, μαντάροντας κάλτσες. Κανένας εκδοτικός οίκος δεν ήθελε να το εκδώσει. Εξακολουθούσε όμως. Δεν θέλησε να δουλέψει αλλού για να βγάλει τα προς το ζην. Κάποια στιγμή, εκδόθηκε. Το έργο πήρε Νόμπελ. Κυνηγάμε το όραμά μας. Όσο το αφήνουμε, μας φεύγει. Όλοι ήθελαν να γίνουν κάτι που δεν έγιναν και δεν μπορεί να φταίνε πάντα οι άλλοι. Στη σκηνοθεσία, πρέπει να κινητοποιήσεις πολλούς για το όραμά σου κι αυτό είναι  δύσκολο. Να βρεις παραγωγό, ηθοποιούς, μηχανήματα, συνεργείο.. Να σε πιστέψουν, το βασικό. Είναι εξοντωτική διαδικασία. Αν όμως αυτό θέλεις να κάνεις, παίρνεις το ρίσκο. Θα μπορούσα να παραμείνω στην τηλεόραση, να μην ασχολούμαι με το θέατρο που είναι ψυχοφθόρο και εξοντωτικό. Όμως, πρέπει να είσαι «πέτρα που κυλά». Να κάνεις πράγματα. Τι νόημα έχει να είσαι σκηνοθέτης, αν δεν δοκιμάζεις; Να πεις αυτά που θες μέσα από ένα έργο, να ζήσεις τη δουλειά που αγαπάς. Επαγγελματικά είμαι πολύ ευχαριστημένος. Κάνω αυτό που αγαπώ, οι σειρές που κάνω έχουν επιτυχία. Θα μπορούσα να επαναπαυτώ. Αδύνατον. Δεν υπάρχει σκηνοθεσία με ωράριο. Δεν είναι «επάγγελμα», είναι ορισμός. Είμαστε όλοι εν δυνάμει σκηνοθέτες. Κάνουμε όνειρα και σκηνοθετούμε την πραγματοποίησή τους. Καθορίζουμε ασυνείδητα τι θα γίνει. Ως τέχνη, θέλει κάτι περισσότερο όμως ο σπόρος υπάρχει στον καθένα. Δεν πιστεύω ότι ο σκηνοθέτης σπουδάζει κάτι άλλο εκτός από την τεχνική. Η σκηνοθεσία είναι κάτι που αλλάζει μέρα με τη μέρα, μέσα στο μυαλό σου.

Το θεωρώ ηγετικό πόστο σε μια ομάδα που προσπαθεί να παράξει κάτι.

Παράγει το όραμά σου. Δεν είσαι ηγέτης ακριβώς, αλλά αυτός που κινητοποιεί ανθρώπους. Κάνουμε κάτι όλοι μαζί και δεν έχεις λόγο να προσβάλλεις κανέναν. Πόσω μάλλον όταν κάνει τη δουλειά σου. Αν ο άλλος καταλάβει πως είσαι πιστός σε αυτό που κάνεις, έρχεται. Σε εμπιστεύεται.

Το αγαπάς πολύ.

Δεν ξέρω να κάνω κάτι άλλο. Είναι αυτό που με ζει.

 

Ταυτότητα παράστασης
Tango Bar
Κείμενο: Περικλής Κοροβέσης
Σκηνοθεσία: Σπύρος Μιχαλόπουλος
Παίζουν: Χρήστος Αυλωνίτης (Λάκης), Κωστας Κονταράτος (Φώντας)
Σχεδιασμός φωτισμού: Γιώργος Παπαδόπουλος
Επιμέλεια σκηνικού: Γιάννης Μυρσιώτης
Μουσική: Χριστίνα Κανάκη
Μουσική επιμέλεια: Σπύρος Μιχαλόπουλος
Βοηθοί σκηνοθέτη: Μάρω Χασιώτη, Κατερίνα Σκέμπη
Προβολή και επικοινωνία: Βάσω Σωτηρίου-We Will

Πού: Θέατρο Άβατον, Ευπατριδών 3, Γκάζι, τηλ.: 210 3412689
Πότε: Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21.00
Διάρκεια: 90 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)
Εισιτήρια: 12 € (γενική είσοδος), 8 € (μειωμένο)
Προπώληση: Στο ταμείο του θεάτρου αλλά και τηλεφωνικά