Συνέντευξη στην Άννα Παχή

Τα πορτραίτα του Βασίλη Κοντογεώργου δεν είναι όμορφα με τη συμβατική έννοια. Χαρακτηρίζονται από ένταση και πάθος. Ένταση συναισθημάτων, εμπειριών αλλά και προσμονής. Πάθος με την κυριολεκτική του έννοια. Η ζωή φαίνεται σε κάθε πινελιά πάνω τους. Άνθρωποι καθημερινοί, οικείοι, όχι τόσο γιατί τους έχουμε συναντήσει αλλά επειδή πολλά από τα σημάδια τους είναι και δικά μας. Οι πίνακες αποτελούν ολότητα όλων των εκφάνσεων της ζωής, μιας ζωής πραγματικής, απτής, χωρίς ιλουστρασιόν περιτύλιγμα. Το iart.gr συνομιλεί και σας συστήνει όχι μόνον έναν ταλαντούχο ζωγράφο, αλλά κι έναν άνθρωπο με ουσιαστικό βάθος.

Πως ξεκινήσατε τη ζωγραφική;

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου είμαι με ένα μολύβι, με έναν μαρκαδόρο, με ένα στυλό. Ζωγραφίζω χωρίς να σκέφτομαι, ζωγραφίζω όταν σκέφτομαι. Κατάγομαι από τη Λαμία όπου μένω και σπούδασα αυτό που αγαπάω στην ΑΣΚΤ της Αθήνας. Από την αποφοίτησή μου και μετά, θέλω να πιστεύω ότι μπορώ να λέγομαι ζωγράφος.  Δεν αμφιταλαντεύτηκα ποτέ.

Είναι η πρώτη σας έκθεση;

Η δεύτερη ατομική, η πρώτη που γίνεται στην Αθήνα με ζωγραφική αυτού του είδους, δηλαδή ελαιογραφία και έργα τόσο μεγάλων διαστάσεων.

Υπάρχει συγκεκριμένη θεματική.

Ναι. Η ζωγραφική πραγματεύεται τον άνθρωπο καθαυτόν και ειδικά το πρόσωπο, το οποίο με γοήτευε ανέκαθεν. Μου μαρτυρά αισθήματα, σκέψεις, ότι μπορεί να θέλει να κάνει κάποιος.

Η αίσθησή μου είναι πως κάθε πρόσωπο υποφέρει. Με διαφορετικό τρόπο σε κάθε πίνακα, πάντα όμως έντονο. Επίσης, όλα τα σώματα είναι γυμνά. Γυμνά απέναντι σε τι;

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον μου προκαλεί ο πάσχων άνθρωπος, ειδικά τα τελευταία χρόνια. Ίσως με έχει επηρεάσει η κρίση, ίσως έχω αλλάξει ο ίδιος ως ιδιοσυγκρασία… Με ενδιαφέρει το πάθος του ανθρώπου και θεωρώ ότι αυτό βγαίνει, όσο είναι δυνατόν, μέσα από τα έργα. Συνοδεύεται από μια ηρεμία του προσώπου, που μοιάζει να το έχει αποδεχθεί αυτό. Πάσχει σίγουρα, περιμένει το αναπόφευκτο, το μοιραίο, εκείνο που όλοι γνωρίζουμε. Δείχνει όμως πως έμαθε να υπομένει αυτή την αναμονή. Θέλω να βγω έξω από το προφανές, έξω από το ανθρώπινο σώμα. Να καταδείξω, όσο γίνεται με τα ανθρώπινα, γήινα χαρακτηριστικά, αυτό που κουβαλά ο άνθρωπος μέσα του, αυτό για το οποίο το σώμα του, είναι δοχείο. Η ψυχή. Να φαίνεται, αν είναι δυνατόν, ή, πως θα μπορούσε να φαίνεται πάνω στην εικόνα, τι θα άφηνε πάνω της.  Επινόησα το κόκκινο εξάνθημα και διερωτώμαι – εικαστικά – αν πρέπει να έχει αυτήν τη μορφή.

Κάποια πρόσωπα είναι θυμωμένα, κάποια έχουν αποδεχθεί τη μοίρα τους, άλλοι βουλιάζουν κάτω από το βάρος των αναμνήσεων, των εμπειριών…

Αυτό είναι το ζητούμενο κάθε εικαστικής δουλειάς, να δημιουργήσει διαφορετικούς συνειρμούς στον καθέναν. Θα ήθελα να ακούσω διάφορες απόψεις, από διάφορους θεατές.

Τι είναι τέχνη για σας;

Να μπορώ, κάθε φορά που ζωγραφίζω, να ξεπερνάω το γήινο εαυτό μου. Τα τελευταία δέκα χρόνια μένω μόνιμα στη Λαμία, όπου έκανα την οικογένειά μου. Έχω δυο παιδιά. Ζω κι εργάζομαι εκεί, δίνοντας τον αγώνα μου, καθημερινό και εικαστικό.

Υπάρχει ανταπόκριση από το εκεί κοινό;

Το κοινό της περιφέρειας, τα τελευταία χρόνια, έχει αρχίσει να εκπαιδεύεται. Κι αυτό επειδή του προσφέρουμε οι καλλιτέχνες, εικόνα. Αρχίζει να ‘τρίβεται’ μαζί με το ζωγράφο, να κοινωνεί αυτό που του επικοινωνεί. Θεωρώ πως η εκπαίδευση αυτή έχει καλή κατεύθυνση. Διστάζει βέβαια στη θέα του ακραίου, έχει συνηθίσει να βλέπει συμβατική ζωγραφική και ο ρεαλισμός είναι ότι πιο κοντινό μπορεί να δεχτεί.

Είμαστε συνηθισμένοι στο όμορφο, στο ρεαλιστικό.. και ξαφνικά βλέπεις κάτι το οποίο αμέσως σου δημιουργεί συναισθήματα, εντάσεις.. «μπαίνεις» μέσα σε κάποιους. Αυτό δεν είναι εύκολο να το αποδεχθείς.

Σίγουρα. Όταν ρίχνεις κάτι σκληρό μπροστά στο κοινό, το ξενίζει. Δεν είναι η ζωγραφική που θα ήθελαν να έχουν στο χώρο τους, δε μπορούν να το κοιτάξουν ενδεχομένως για πολλή ώρα. Στην πρώτη μου ατομική έκθεση, στη Λαμία, αρκετοί είπαν: «μου αρέσει πάρα πολύ αυτό που βλέπω, αλλά για έναν άγνωστο λόγο, με φοβίζει. Θα ήθελα να το έχω, αλλά δε μπορώ να το βλέπω στο χώρο μου». Αυτό εισέπραξα τότε.

Δεν πτοηθήκατε.

Όχι βέβαια! Η ζωγραφική για μένα, δεν είναι μόνον επικοινωνία με τον κόσμο. Πρώτα από όλα, είναι επικοινωνία με τον εαυτό μου. Είναι η δική μου προσωπική λύτρωση.

Χρησιμοποιήσατε μοντέλα για τους πίνακές σας;

Φωτογράφισα τα μοντέλα μου σε ανύποπτο χρόνο, χωρίς να «στηθούν» στο φακό. Κατόπιν, πήρα την εικόνα και προσπάθησα να την μεταφέρω σε αυτές τις διαστάσεις, να την μεταλλάξω, να την μεταπλάσω, να της δώσω αυτά που θέλω, να αποφασίσω τι θέλει να πει το πρόσωπο, που ναι μεν ποζάρει στη φωτογραφία, αλλά στον πίνακα ποζάρει εκ νέου, με άλλον τρόπο.  Είναι άνθρωποι του στενού μου περιβάλλοντος. Τους επέλεξα επειδή ξέρω τι κουβαλά ο καθένας, και ήθελα απλά να δω, στην αρχή από περιέργεια, μετά από ανάγκη, πως μπορεί να εξελιχθεί αυτό το πρόσωπο που καθημερινά βλέπω και συνομιλώ μαζί του, πως μπορεί να γίνει εικαστικό έργο. Δεν δυσκολεύτηκα ιδιαίτερα. Απλά, πήρα τα δικά του πράγματα, τα πέρασα μέσα από δικά μου φίλτρα και έδωσα, θεωρώ, με καλό τρόπο, αυτό το αποτέλεσμα.

Πως αντέδρασαν;

Σε έναν από τους πίνακες απεικονίζεται η μικρή μου κόρη. Όταν το είδε, ούσα εκπαιδευμένη από πολύ μικρή να βλέπει τέχνη, εξεπλάγη. Είπε , όπως εκφέρονται τα παιδιά σήμερα, «ουάου! Έκανες εμένα!». Στη φωτογράφιση ‘έπιασα’ το βλέμμα της και αυτό φαίνεται στον πίνακα.

Ίσως κάποιος που θα δει τον εαυτό του σε έναν τέτοιον πίνακα, θα είναι σα να περνάει ψυχοθεραπεία. Είναι τόσο έντονα αυτά που φαίνονται σε κάθε πρόσωπο. 

Δεν ξέρω πως ερμηνεύει κάποιος την κάθε εικόνα. Αν πιστεύει πως ο άνθρωπος πίσω από αυτήν, κουβαλάει βαρύ φορτίο από τη ζωή, ας πούμε. Προσδοκούν όμως κάτι. Θα ήθελα τα μοντέλα μου να προσδοκούν την Ανάσταση.

Είναι το φόντο που εξισορροπεί και φέρνει μια ελπίδα ίσως.

Ασχολήθηκα με ένα ουδέτερο φόντο, καθώς δεν επιθυμούσα να βαρύνει ή να βγει «μπροστά» από την εικόνα. Ωστόσο, έρχεται και δένει μαζί της. Τρώει τα μοντέλα, όπως κι αυτά ‘τρώνε’ από αυτό, υπάρχει ένα «αλισβερίσι», ένας διάλογος, μια ένωση ίσως. Το φόντο πρέπει  να ενώνεται με το μοντέλο και το μοντέλο να «διαλύεται» στο φόντο.  Αν μπορούσε να είναι αυτή η εξαΰλωση του σώματος, θα μου άρεσε.

Ετοιμάζετε κάτι άλλο;

Η έκθεση με απασχόλησε ιδιαίτερα, απορρόφησε πολύ από το χρόνο και την ενέργειά μου.  Τώρα είμαι πιο ήρεμος. Βλέπω τα έργα στο χώρο που είναι κατάλληλος για αυτά.  Κατόπιν, θα «τραβήξω ξανά προς τη δόξα».  Μοιραία, σε κάτι διαφορετικό. Όταν δουλεύεις κάθε μέρα, ακόμα και αν δεν το καταλαβαίνεις, κάτι αλλάζει. Είτε αυτό είναι μια πινελιά, είτε ολόκληρο έργο. Θέλω να πιστεύω πως θα αλλάξω προς το δικό μου καλύτερο.

Πόσο δύσκολο είναι να ασχολείται κανείς με την Τέχνη, σήμερα;

Δεν είναι δύσκολο αν είσαι καλλιτέχνης, επειδή δε μπορεί να το βλέπεις δύσκολο. Είναι κομμάτι του εαυτού σου, η ζωή σου η ίδια. Προσωπικά δε μπορώ να σκεφτώ τον εαυτό μου να μη ζωγραφίζει. Ακόμη κι αν μια μέρα δε μπορώ ή δεν προλαβαίνω να ζωγραφίσω, παίρνω ένα χαρτί  και φτιάχνω ένα σκίτσο. Έτσι ηρεμώ και σκέφτομαι ότι έκανα το χρέος μου. Ένα χρέος που δεν επιτάσσει να λογοδοτήσεις σε κάποιον, είναι χρέος δικό μου, για το οποίο λογοδοτώ μόνο στην ψυχή μου. Όχι, δεν είναι δύσκολο να κάνεις Τέχνη, αρκεί να το θέλεις, να το αγαπάς. Τώρα, το αν θα κάνεις ελαιογραφία ή σκίτσο με κάρβουνο ή μελάνι, έχει να κάνει με την επιλογή σου και την οικονομική σου ευχέρεια. Κακά τα ψέματα, αυτός είναι ένας παράγοντας που λειτουργεί αρνητικά, ειδικά στις μέρες μας. Πολλοί δεν έχουν τα μέσα να αποκτήσουν τα υλικά τους, αλλά η Τέχνη μπορεί να γίνει ακόμη και κόβοντας τις φλέβες μας, αυτό που ρέει μέσα τους, είναι το καλύτερο χρώμα. Ακούγοντας όσα λέει το κοινό για τη δουλειά μου, για τα συναισθήματα που δημιουργεί, γίνομαι πολύ περήφανος.  Αυτή είναι η ανταμοιβή μου.

Πληροφορίες για την έκθεση εδώ

Άννα Παχή

Άννα Παχή

Παιδί της πόλης και Αιγόκερως. Ζει κι εργάζεται στην Αθήνα, γράφοντας για όσα της κάνουν εντύπωση, καλή ή κακή. Έχει εκδώσει τη νουβέλα «Το έπος των Gpeleαίων” και τον Οδηγό Επιβίωσης «Αντρών Εγχοιρίδιον”. Της αρέσουν οι σοκολάτες και τα μιούζικαλ.

Δείτε επίσης