thessaloniki

Της Άννας Παχή

Μετράς τα χρήματά σου. Δεν τα σκορπάς. Περιορίζεις τις εξόδους, τα ψώνια για να τα βγάλεις πέρα. Και ξαφνικά πέφτεις επάνω του: Αθήνα – Θεσσαλονίκη – Αθήνα, 30 ευρώ, με αεροπλάνο. Η σκέψη σε τριβελίζει. Κι αν πήγαινες; Έχεις τόσον καιρό να κάνεις ένα ταξίδι, πάει τόσος καιρός από τότε που κακόμαθες τον εαυτό σου τελευταία φορά. Κι αν πήγαινες;

Δεν ξέρεις τη Θεσσαλονίκη πολύ καλά, μια δυο φορές βρέθηκες εκεί, για λίγα εικοσιτετράωρα. Ξέρεις όμως τη μυθολογία της, τα τραγούδια που γράφτηκαν για αυτήν, τη σαγήνη με την οποία είναι τυλιγμένη. Τι κι αν «γράφουν» τις αθηναϊκές πινακίδες, τι κι αν οι έννοιες «σουβλάκι» και «μπουγάτσα» γίνονται εθνικά γλωσσικά ζητήματα… Θέλεις να πας.

Τηλεφωνείς στη φίλη που μένει εκεί. Σχεδόν όλοι έχουν κάποιο φίλο που ζει στη Θεσσαλονίκη. Πετάει από τη χαρά της κι η αγάπη της ζεσταίνει το κινητό και την καρδιά σου. Ναι, θα πας.

Η πτήση πρωινή, ξυπνάς αχάραγα, παίρνεις το λεωφορείο του αεροδρομίου (είναι πιο φτηνό από το μετρό) φτάνεις αγουροξυπνημένος, τρέχεις να προλάβεις την πύλη πριν κλείσει. Όταν πια δένεις τη ζώνη, ηρεμείς. Φεύγεις.

Πριν το καταλάβεις έφτασες. Κατεβαίνεις από το αεροπλάνο, ψάχνεις την έξοδο, μπαίνεις στο ταξί. Αφού κάνεις την παρασπονδία, καν’ την ολόκληρη. Φτάνεις στο κέντρο και τη βλέπεις… Σου ανοίγει την αγκαλιά της και οι χαρούμενες φωνές της γεμίζουν το δρόμο, κάνουν τα κεφάλια των περαστικών να γυρνούν προς το μέρος σας με ζήλια. Ποιος χαίρεται τόσο όταν τους βλέπει;

thessaloniki1

Νιώθεις στο σπίτι. Η πόλη δεν είναι πια ξένη, σ’ αγκαλιάζει όπως η φίλη, σου γελάει όπως εκείνη. Κάθεστε για καφέ κι απέναντι είναι η θάλασσα, κόσμος πάει κι έρχεται πάνω σε ποδήλατα ή πεζός, με σκυλιά και παιδιά. Γλάροι κάθονται στα ήσυχα νερά του Θερμαϊκού κι όλα είναι όπως πρέπει, όμορφα, ηλιόλουστα, αγαπησιάρικα.

Τα νέα πολλά, έχεις πολύ καιρό να ανέβεις, έχει πολύ καιρό να κατέβει. Στην αρχή ο διάλογος είναι γρήγορος, έντονος. Όσο όμως περνάει η ώρα ηρεμείτε και παίρνετε το χρόνο σας. Η καθημερινότητα, οι σκέψεις, οι ελπίδες, όλα πλέουν πάνω στο ζεστό καφέ που κρυώνει σιγά – σιγά. Κι οι ώρες περνούν.

Πρέπει να φύγεις, σηκώνεστε με βαριά καρδιά. Κλέβεις λίγα λεπτά ακόμη περπατώντας στην Τσιμισκή, χαζεύεις τον κόσμο και το χαμόγελό της. Δεν πρόλαβες να δεις την πόλη, πρόλαβες όμως να τη νιώσεις. Η αγκαλιά του αποχαιρετισμού έχει μια χαρμολύπη αλλά τόση αγάπη… Υπόσχεστε να ξαναβρεθείτε σύντομα.

Ένας καφές στη Θεσσαλονίκη σου γέμισε τις μπαταρίες, σε έκανε να χαμογελάσεις, σε γέμισε με εικόνες κι αισθήματα. Ξαναμπαίνεις στο αεροπλάνο κι ακόμη δεν έχεις πιστέψει το ταξίδι. Σου μένει το χαμόγελο. Όλα μια απόφαση είναι τελικά…

* Για την Κάρμεν