Γράφει η Άννα Παχή

Ο Έλληνας πολίτης, πιστεύει ακράδαντα πως η πολιτική υπάρχει μόνον για να εξυπηρετεί τα δικά του, προσωπικά συμφέροντα. Η ψήφος δεν είναι για αυτόν κάτι ιερό. Πρόκειται απλά για ένα μέσο συνδιαλλαγής, το οποίο πουλά στη χαμηλότερη δυνατή τιμή. Την χρησιμοποιεί ως δόλωμα, μέσο πίεσης, ως τρόπο εξουσίας απέναντι σε κείνους που θέλουν να του κάνουν κουμάντο και στο τέλος, αφού την ευτελίσει έως εκεί που δεν παίρνει άλλο, την εκτελεί στα πέντε εκατοστά, όσο απέχει ο φάκελός της από την κάλπη.

Αρνούμενος να ξετινάξει από πάνω του την τυραννία της τουρκοκρατίας, θεωρώντας πως όλοι πάνε να τον γελάσουν και να τον εκμεταλλευτούν, προσπαθεί να την κάνει γυριστή. Η κουτοπονηριά του δουλεύει βασισμένη στο πανελλήνιο δόγμα «Δώσε μου να σε βγάλω». Δεν υφίσταται αυτό που σε πολλές χώρες του κόσμου ονομάζεται «κοινό συμφέρον». Όοοοχι, ο ελληνάρας είναι πάνω από τα κοινά, πάνω από τα λογικά. Παν μέτρον ο ίδιος, τα υπόλοιπα, να πα να γ$#@θούν. Έτσι κι αλλιώς «όλοι ίδιοι είναι», «όλοι τα λεφτά κοιτάνε», γιατί όχι κι ο ίδιος; Μια θεσούλα στο δημόσιο, μια άδεια για παράνομο σπίτι, ένα σβήσιμο κλήσης κι είναι εντάξει. «Τους έδωσε να καταλάβουν».

Φυσικά, αν τον ρωτήσεις έχει μια κατηγορία για όλους. «Δεν είναι κράτος αυτό», η μόνιμη επωδός του. «Τίποτα δε δουλεύει σε αυτήν τη χώρα». Οκ. Αν πάλι τον ρωτήσεις τι έχει κάνει εκείνος για τη χώρα του, το πιθανότερο είναι να σου κλείσει το μάτι πονηρά και να χαμογελάσει με σημασία. Την πήδηξε. Αυτό έκανε στη χώρα του. Τη βρώμισε, την καταπάτησε, γκάζωσε στους δρόμους της, έπνιξε στο σκουπίδι τις παραλίες της, έκαψε τα βουνά της για να χτίσει. Ό,τι μπορούσε τέλος πάντων.

Για να είμαστε δίκαιοι, όντως τον έχουν εκμεταλλευτεί, όντως τον έχουν υποβιβάσει. Για να κάνει μια δουλειά στο δημόσιο πρέπει να ταλαιπωρηθεί. Για να τον κοιτάξουν στα νοσοκομεία πρέπει να δώσει φακελάκι. Για να μορφώσει τα παιδιά του πρέπει να τα τρέξει στα φροντιστήρια. Έχει δει ανίκανους να του κλέβουν την προαγωγή, απατεώνες να τρώνε με χρυσά κουτάλια. Γιατί όχι κι αυτός δηλαδή; Όχι τίποτα σοβαρό, έτσι, ένα ψίχουλο για το γαμώτο. Πως το είπαμε το αρχαίο γνωμικό; «Αμύνεσθαι περί πάτρις»; Λάθος. «Αμύνεσθαι περί πάρτης», λέει. Το δεύτερο μπορεί να το υποστηρίξει, το πρώτο, όχι.

Στις εκλογές, τις όποιες εκλογές, δεν ψάχνει τα προγράμματα των κομμάτων. Δεν ενημερώνεται για το ποιόν των υποψηφίων. Δεν ασχολείται με τα πεπραγμένα, τις εξαγγελίες. Δεν τον ενδιαφέρουν όλα αυτά. «Όλοι ίδιοι είναι» σκέφτεται, και πηγαίνει σαν τη χαμηλοβλεπούσα νύφη στα πολιτικά γραφεία να ζητήσει το ρουσφέτι του. Θα πλειοδοτήσει την ψήφο του σε εκείνον που θα του τάξει πιο πειστικά. Το να ψάξει να βρει εκείνους που θα κάνουν καλό στο σύνολο, δεν του περνάει καν από το μυαλό. «Όλοι ίδιοι είναι» εξάλλου. Έχει δίκιο. Εκείνος είναι που τους έκανε ίδιους. Όταν δεν διαμαρτύρεται, δεν φωνάζει κι εξακολουθεί να ψηφίζει τα ίδια λαμόγια που βρίζει δημόσια, τους καθιστά όλους ίδιους. Και τον εαυτό του επίσης.

Την ημέρα των εκλογών, ζαλώνεται την ταυτότητα και το κανονισμένο από πριν ψηφοδέλτιο, πηγαίνει καμαρωτός στο υποβαθμισμένο σχολείο των παιδιών του και κρύβεται στο παραβάν. Γεμίζει το φάκελο, σκοπεύει τη σχισμή της κάλπης, σημαδεύει κι εκτελεί. Την ψήφο του. Τον εαυτό και το μέλλον του. Αποχωρεί ήσυχος πως έκανε το καθήκον του και αυτήν τη φορά. Είναι ένας ψηφο-φόνος με τη βούλα. Άλλωστε, «όλοι ίδιοι είναι».