sapfo

Της Σοφίας Βαρβιτσιώτη

Μέσα στο πάνθεον των Ελλήνων ποιητών, εξέχουσα θέση κατέχει η Σαπφώ από τη Λέσβο. Υπήρξε η πιο φημισμένη ποιήτρια της αρχαιότητας, σε βαθμό που οι Έλληνες, όταν έλεγαν «η ποιήτρια», εννοούσαν αυτήν, όπως όταν έλεγαν «ο ποιητής» εννοούσαν τον Όμηρο. Ο Πλάτων την ονόμαζε «δέκατη Μούσα», ο Ανακρέων «ηδυμελή», ο Λουκιανός «μελιχρόν καύχημα Λεσβίων».

Η Σαπφώ (ή Ψαπφώ/Ψάπφα, περίπου 630-560 π.Χ.) γεννήθηκε πιθανόν στην Ερεσό της Λέσβου και έζησε την ίδια εποχή με τον συντοπίτη της ποιητή Αλκαίο και τον τύραννο Πιττακό. Η οικογένειά της ανήκε στην τάξη των αριστοκρατών, πράγμα που σημαίνει ότι η Σαπφώ έλαβε επιμελημένη μόρφωση. Φαίνεται πως η κοινωνία της Λέσβου είχε φιλελεύθερες αντιλήψεις σχετικά με τη θέση της γυναίκας, πράγμα που αποδεικνύεται από το γεγονός ότι οι γυναίκες (τουλάχιστον οι αριστοκράτισσες) μορφώνονταν, ήταν ιδιαίτερα εκλεπτυσμένες και συμμετείχαν στην πνευματική ζωή του τόπου τους. Λένε πως στην εμφάνιση ήταν μικροκαμωμένη και μελαχρινή. Παντρεύτηκε τον πλούσιο Κερκύλα από την Άνδρο και απέκτησε μαζί του μια κόρη, στην οποία αφιέρωσε το εξής ποίημα:

«Έχω μια κόρη όμορφη, που με λούλουδα χρυσά μοιάζει η μορφή της, η αγαπημένη μου Κλεΐς και εγώ στη θέση της δε θα ’βαζα ούτε ολόκληρη την ξακουστή Λυδία…»

Πολιτικές αναταραχές που ξέσπασαν στη Λέσβο γύρω στο 606 π.Χ. οδήγησαν πολλά μέλη της τοπικής αριστοκρατίας στην εξορία. Αυτό το πικρό ποτήρι το γεύτηκε και η ίδια η Σαπφώ, που κατέφυγε στη Σικελία. Και αυτό σε μια εποχή που τα ταξίδια ήταν υπόθεση δύσκολη και επικίνδυνη, πραγματική περιπέτεια δηλαδή.

Η Σαπφώ επέστρεψε στο νησί της περίπου το 595 π.Χ. και ίδρυσε στην πόλη της Μυτιλήνης μια σχολή ή λέσχη, στην οποία φοιτούσαν νέες κοπέλες όχι αποκλειστικά από τη Λέσβο, αλλά και από άλλες πόλεις της μητροπολιτικής Ελλάδας και της Μικράς Ασίας. Εκεί διδάσκονταν την τέχνη της ποίησης και της μουσικής, αλλά και κοινωνική συμπεριφορά, με έμφαση στους εκλεπτυσμένους τρόπους και στην κομψή αισθητική. Οι μαθήτριες συνδέονταν μεταξύ τους αλλά και με τη δασκάλα τους με δεσμούς βαθιάς φιλίας και αγάπης. Αυτή η σχέση της Σαπφώς με τις μαθήτριές της έγινε αντικείμενο πολλών κακόβουλων και φαρμακερών σχολίων από τους μεταγενέστερους, οι οποίοι ονόμαζαν τη Σαπφώ «γυναικεράστρια», δηλαδή ομοφυλόφιλη. (Εξ ου και ο όρος «λεσβιακός έρωτας».) Ενδεχομένως, η κοινωνία της εποχής ήταν αρκετά απελευθερωμένη σε τέτοια θέματα. Είναι βέβαια πολύ πιθανό η αρχαία κωμωδία να ευθύνεται για την εξάπλωση αυτών των φημών, επειδή οι κωμικοί ποιητές αγαπούσαν τα χονδροειδή αστεία και δεν χάριζαν κάστανα όταν σατίριζαν πρόσωπα και καταστάσεις. (Ο Αριστοφάνης για παράδειγμα διακωμωδούσε ανελέητα -μεταξύ άλλων- τον Ευριπίδη και το Σωκράτη.) Η σχέση της Σαπφώς με τις μαθήτριές της είναι εξ ίσου πιθανό να έμοιαζε με τη σχέση του Σωκράτη με τους δικούς του μαθητές. Ο Σωκράτης κέρδιζε τους μαθητές του με την αίγλη της προσωπικότητάς του και η σχέση του μαζί τους ήταν ερωτική, αλλά όχι τόσο με τη σαρκική έννοια, όσο με την πνευματική. Ίσως έναν τέτοιο πνευματικό έρωτα βίωνε και η Σαπφώ με τις μαθήτριές της. Πάντως και οι δύο συγκινούνταν από την ιδέα του Ωραίου.

Γεγονός είναι ότι η ποίηση της Σαπφώς υμνεί σε πολλά σημεία τη γυναικεία ομορφιά και αναφέρεται ονομαστικά στις μαθήτριές της:

«Σε παρακαλώ, Γογγύλα, ξαναγύρισε κρατώντας την άρπα και φόρεσε τον χιτώνα τον άσπρο σαν το γάλα. Ποιος πόθος γύρω από σένα την όμορφη φτερουγίζει και το φόρεμα αυτό συνταράζει όποιον το βλέπει και εγώ χαίρομαι…»

Η Σαπφώ καλλιέργησε την λυρική ποίηση. Ήταν η εποχή που οι ποιητές άφησαν κατά μέρος τα κατορθώματα των θεών και των ηρώων, για να τραγουδήσει ο καθένας τις προσωπικές του σκέψεις και τους δικούς του καημούς. Η ποίηση της Σαπφώς είναι βαθιά ερωτική, πηγαία, ειλικρινής, τολμηρή και γεμάτη με έντονα συναισθήματα:

«Έδυσε η Σελήνη και η Πούλια, μεσάνυχτα πλησιάζουν, περνά η ώρα κι εγώ μόνη κοιμάμαι…»

«Ο Έρωτας μου συντάραξε το νου σαν άνεμος που φυσομανά στις δρυς απάνω του βουνού…»

«Ήρθες, καλά έκανες, κι εγώ σε λαχταρούσα και δρόσισες την ψυχή μου τη φλεγόμενη από πόθο…»

Συνέθεσε επίσης πολλούς ύμνους προς τους θεούς, καθώς και επιθαλάμια (γαμήλια) τραγούδια, αξιοποιώντας τη λαϊκή παράδοση του τόπου της:

«Αφροδίτη αθάνατη με τον πλουμιστό θρόνο, κόρη του Δία, δολοπλέχτρα, παρακαλώ σε με πίκρες και καημούς, σεβαστή θεά, μην παιδεύεις την ψυχή μου…»

«Ευτυχισμένε γαμπρέ, ο γάμος όπως τον ονειρεύτηκες σου πραγματοποιήθηκε και έχεις την κόρη που ποθούσες…»

Πόση ευαισθησία, πόση τρυφερότητα και πόση φρεσκάδα μπορούν να χωρέσουν σε τόσο λίγους στίχους!

Έγραψε στην αιολική διάλεκτο της Λέσβου, επινόησε νέα μέτρα και τη χαρακτηριστική σαπφική στροφή και πειραματίστηκε με καινοτομίες στη μουσική. Τα ποιήματά της διακρίνονται για τη μουσικότητα της γλώσσας, την ποικιλία των εκφραστικών μέσων και τις εντυπωσιακές εικόνες. Από τον όγκο του έργου της ελάχιστα ποιήματα μας σώθηκαν ακέραια και σκόρπια αποσπάσματα από τα υπόλοιπα. Τι πλούτο αλήθεια θα είχαμε στα χέρια μας, αν δεν είχε καεί η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας…