summer05

Της Άννας Παχή

Ήλιος, θάλασσα και τ’ αγόρι μου, όχι, αυτό είναι από τραγούδι. Πάμε πάλι: Ήλιος, θάλασσα, μπίρες, παγωτά, διακοπές, καλοκαίρι. Ο ευσεβής μας πόθος όλης της χρονιάς. Πριν καν γυρίσουμε από τις τρέχουσες διακοπές, σκεφτόμαστε τις επόμενες. Λες κι όλη μας η ύπαρξη περιστρέφεται γύρω από μια βδομάδα δίπλα στη θάλασσα. Ε ναι, λοιπόν, καλά κάνει και περιστρέφεται, που να περιστραφεί δηλαδή, στα τσιμέντα;

Το καλοκαίρι είναι η εποχή – μύθος. Όλα είναι καλύτερα, όλα είναι πιο χαλαρά, πιο «εορταστικά». Ίσως φταίει απλά που για κάποιες μέρες δε δουλεύουμε, οπότε νιώθουμε λίγο κοπανατζήδες, λίγο επαναστάτες και οι απώτεροι στόχοι είναι δύο: Ξεκούραση και διασκέδαση.

Όλα αυτά θα ήταν πολύ ωραία από μόνα τους, εάν έλειπαν οι βαρβαρότητες που μόνον οι άνθρωποι ξέρουν να κάνουν, οι κατινιές και οι καφρίλες που μας σπάνε τα νεύρα και σε συνδυασμό με τη ζέστη, μας οδηγούν σε θεάρεστες σκέψεις όπως «αν του κοπανήσω μια με το τσεκούρι που έκοβε τα ξύλα ο παππούς, τι θα γίνει;»

Αγαπητέ αναγνώστη, για αυτό είμαστε εμείς εδώ. Να πούμε τον πόνο σου και λέγοντάς τον να τον ελαφρύνουμε λιγάκι. Να δείξουμε τους κάφρους του καλοκαιριού, ελπίζοντας πως θα διαβάσουν το παρόν και θα σταματήσουν να είναι (τουλάχιστον τόσο) κάφροι. Να ξέρεις πως υποφέρουμε μαζί σου και σε καταλαβαίνουμε. Όλοι έχουμε ζήσει συνδυασμό ή και όλα τα παρακάτω:

Οι μπαλκονάτοι

Δεν έχουν λεφτά να βγούν και μεταμορφώνουν το μπαλκόνι τους σε καφετέρια, ταβέρνα, και σινεμά. Μπράβο παιδιά, η φτώχια θέλει καλοπέραση. Όταν όμως μαζεύεστε δέκα νοματαίοι και συναγωνίζεστε ποιος θα φωνάξει πιο δυνατά (διότι δε μπορείτε απλώς να συζητήσετε), δε φταίει ο άλλος που θα βγει στο δικό του μπαλκόνι και θα σας καταβρέξει με το λάστιχο, ελλείψει βιτριολιού. Επίσης, δε μας ενδιαφέρουν τα γκομενικά σας, ούτε οι φιλοσοφικές σας ανησυχίες. Έχουμε τα δικά μας, ευχαριστώ πολύ. Τέλος, ας πούμε πως η αντανάκλαση της τεράστιας τηλεόρασης που μεταφέρατε από το σαλόνι στο μπαλκόνι, δε μας ενοχλεί πολύ. Η ένταση όμως, ειδικά όταν πρόκειται για τούρκικη σαπουνόπερα ή τα τελευταία κουτσομπολιά της show biz είναι αβάσταχτη. Προσέξτε, διότι είναι εύκολο να κατασκευάσεις μια αυτοσχέδια σφεντόνα με ένα λαστιχάκι, από όπου θα φύγει μια πετρούλα με στόχο την τηλεόραση, ή ακόμα καλύτερα, το κεφάλι σας.

Οι θαμώνες

Βρίσκουν καταφύγιο σε συνοικιακά ταβερνεία, αμφιβόλου ποιότητος, καθώς η τσέπη η ρημάδα δε σηκώνει ένα εστιατόριο της προκοπής. Πάνε οικογενειακά, συνήθως με τη συνοδεία φίλων και γνωστών κι αρχίζουν να «διασκεδάζουν». Κάτι το κρασί, κάτι ο καταστηματάρχης που δε μπορεί (ή δε θέλει) να τους πει να φερθούν σαν άνθρωποι κι όχι σαν ηλίθιοι, στήνουν το γλεντάκι τους, συνήθως κάτω από την κρεβατοκάμαρά σου χωρίς να νοιάζονται αν είναι καθημερινή, αν η ώρα είναι περασμένη, αν θες να κοιμηθείς, ή απλά να ηρεμήσεις στο σπίτι σου βρε αδερφέ. Σε γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια, μόνο και μόνο για να φερθούν σα βρεγμένες γάτες όταν καλέσεις την Αστυνομία. Το χειρότερο και πιο επικίνδυνο, είναι που ξαμολάνε τα παιδιά τους σε δρόμους και πεζοδρόμια χωρίς επίβλεψη. Μετά θα κλαίνε και θα καταριούνται το φονιά…

Οι ρακετάκηδες

Είδος που ευδοκιμεί στις παραλίες. Υπάρχουν δυο ποικιλίες: εκείνοι που γυμνάζονται όλο το καλοκαίρι και τους είναι αδύνατο να περάσουν λίγες ώρες στη θάλασσα χωρίς να «δουλέψουν» τους καλοφτιαγμένους τους μύες, κι εκείνοι που δεν ξέρουν τι σημαίνει «διάδρομος» οπότε προσπαθούν να βγάλουν όλα τα σπασμένα στην παραλία. Και τα δυο είδη είναι εξαιρετικά ενοχλητικά, καθώς επιδίδονται στο αγαπημένο τους σπορ χωρίς να δίνουν φράγκο αν ενοχλούν. Η ρακέτα είναι δύσκολο πράγμα, για αυτό συνήθως το μπαλάκι πηγαίνει όπου του καπνίσει, δηλαδή πάνω σε λουόμενους, μέσα σε καφέδες, δίπλα στα κύματα, εκεί που κάνεις μπάνιο εσύ. Οι ρακετάκηδες λένε ένα ξερό σόρρυ και νομίζουν πως ξεμπερδεύουν. Μπορείτε να τους σπάσετε τον τσαμπουκά λέγοντας «αφού δεν ξέρεις να παίζεις, τι το παλεύεις;» με κίνδυνο να σας έρθει η ρακέτα στο κεφάλι, όσο δίκιο κι αν έχετε. Τουλάχιστον όμως, θα σας φύγει το απωθημένο.

Οι ταβλαδόροι

Μοιάζουν αρκετά με τους ρακετάκηδες, με τη διαφορά πως αυτοί κάθονται. Χτυπάνε τα πούλια λες και θέλουν να τα τιμωρήσουν και φωνάζουν το αποτέλεσμα που φέρνουν τα ζάρια, λες κι είχαμε καμιά σκασίλα εμείς οι υπόλοιποι να το μάθουμε. Συναντώνται σε παραλίες, μπαλκόνια και καφετέριες και μας σπάνε τα νεύρα.

Οι άπλυτοι

Κάφροι που συναντά κανείς όλο το χρόνο, αλλά το χειμώνα με το κρύο και τους αέρηδες περνάνε σχεδόν απαρατήρητοι. Το καλοκαίρι, είναι άλλη ιστορία. Ο τσακωμένος με το σαπούνι είναι απλά αηδιαστικός. Χειρότεροι είναι αυτοί που δεν τους νοιάζει κιόλας. Περιφέρουν τη μπίχλα τους λες κι είναι παράσημο, στέκονται δίπλα σου στο λεωφορείο ή ακόμα χειρότερα, σε ακουμπάνε και νομίζεις πως είσαι εσύ ο βρωμερός. Πίκρα.

Τα βρωμόπαιδα

Ή μάλλον, οι βρωμογονείς. Που βαριούνται να απασχολήσουν οι ίδιοι τα παιδιά τους και τα αφήνουν να απασχολούνται μόνα τους, είτε παίζοντας ποδόσφαιρο ουρλιάζοντας στο μπαλκόνι, είτε τρέχοντας δεξιά κι αριστερά σκοντάφτοντας όπου βρουν (συνήθως πάνω σου) σε θάλασσες και μέρη αναψυχής. Τι να σου κάνουν βέβαια, μαντρωμένα όλο το χειμώνα στο διαμέρισμα, έχουν ανάγκη να ξεδώσουν. Όμως αυτό δεν είναι δική σου δουλειά, αλλά εκείνων που τα έφεραν στον κόσμο. Στο εντελώς επιπόλαιο έως ηλίθιο απόφθεγμα “παιδιά είναι τι να κάνουν” οι απαντήσεις είναι πολλές και ποικίλες. “Μάθε τα τρόπους” είναι ίσως ο πιο ήπιος.

Τρόποι αντιμετώπισης: Όπου είναι δυνατόν, κάντε μια ευγενική παράκληση, καμιά φορά ακόμα και οι κάφροι έχουν ψήγματα φιλότιμου. Αλλιώς, όπου μπορείτε, καλέστε τους μπάτσους, να φανούν κάπου χρήσιμοι κι αυτοί. Σε μερικές περιπτώσεις οι ευγένειες δε χωράνε.