Συνέντευξη στην Άννα Παχή

Όλοι ξέρουμε το Πιάνο και τον Πιανίστα. Πόσοι όμως γνωρίζουν τον Χορδιστή; Ο Βασίλης Παπανικολάου δίνει μια συνέντευξη πολύ ενδιαφέρουσα στο iART, αποδεικνύοντας πόσο λατρεύει τη δουλειά του.

Βασίλη, τι ακριβώς κάνεις;

Είμαι τεχνικός  χορδιστής πιάνων. Το πιάνο είναι περίπλοκο, αποτελείται από πάρα πολλά μικρά εξαρτήματα και χορδές, σε συστοιχία με γεωμετρικές αναλογίες, με ανοχές χιλιοστού. Χρειάζεται εξειδικευμένη γνώση. Στα περισσότερα μουσικά όργανα ο μουσικός μπορεί να κάνει κάποια πράγματα. Στο πιάνο δε συμβαίνει αυτό, ο πιανίστας δε μπορεί να επέμβει τεχνικά – με ελάχιστες εξαιρέσεις για ένα – δυο πράγματα. Το βασικό σέρβις γίνεται από ειδικό τεχνίτη.  Αυτό κάνω κυρίως.

Σπούδασες;

Αρχικά Μουσική, πιάνο και θεωρητικά, που ήταν η μεγάλη μου αγάπη. Όμως, στην εφηβεία, με τα συνθεσάιζερ και τα γκρουπάκια που φτιάχναμε,   το κλασικό πιάνο έμεινε πίσω. Τότε ανακάλυψα πως διαθέτω καλό αυτί. Ενδιαφέρθηκα να μάθω τι γίνεται μέσα στο όργανο, αλλά  βρήκα τις πόρτες κλειστές. Υπήρχε συντεχνιακή νοοτροπία, οι συνάδελφοι ήταν κυρίως πρακτικοί. Κανείς δεν ήθελε να με διδάξει, ούτε καν να με κατευθύνει.  Όταν τέλειωσα  το στρατό, βρήκα την ανάλογη σχολή στο εξωτερικό. Με πείσμωσε η αρχική «φραγή»  αλλά μου έκανε καλό, ταυτόχρονα. Πάντα είχα τη θεώρηση πως πρέπει να βρεις αυτό  που σου αρέσει και να γίνεις καλός. Έτσι, δε φοβάσαι το μέλλον. Παρά τα προβλήματα του ελεύθερου επαγγέλματος, αν γυρνούσα το χρόνο πίσω, θα έκανα το ίδιο.

Πως ξεκίνησες;

Τελείωσα Τεχνολογία πιάνου στο  Guildhall University του Λονδίνου. Επέστρεψα το 1994, άρχισα να εργάζομαι και να δικτυώνομαι, η καλύτερη διαφήμιση είναι από στόμα σε στόμα. Κάποτε, ο πελάτης ενός Ωδείου, ναύαρχος μάλιστα, ζήτησε τη βοήθειά μου για να βρει πιάνο. Τον πήγα στον Μουσικό Οίκο Διαμαντόπουλος, όπου με την άδεια του ίδιου, άρχισα να ανοίγω καπάκια, να εξηγώ διάφορα στο ναύαρχο, που τελικά αγόρασε ένα πανάκριβο, εξαιρετικό πιάνο. Ο Διαμαντόπουλος εντυπωσιάστηκε και με προσέλαβε. Έμεινα τέσσερα χρόνια,  κάνοντας πωλήσεις και τεχνική προετοιμασία. Γνώρισα κι απέκτησα πελάτες. Ωφελήθηκα με πολλούς τρόπους. Δούλεψα όμως πολύ. Πέτυχα επειδή  αντιμετώπιζα τους  χώρους που δούλευα,  σα να ήταν δικοί μου. Κάθε φορά που έφευγε ένας πελάτης, κοίταζα να δω που πήγαινε. Ήμασταν το τελευταίο πιανάδικο στη Σόλωνος. Αν πήγαινε αριστερά, δε θα έβλεπε κάτι άλλο. Αν πήγαινε δεξιά, θα επισκέπτονταν κι άλλο κατάστημα. Όταν το είδε αυτό ο Διαμαντόπουλος, μου είπε «Ξέρεις πόσες φορές έχω κάνει το ίδιο;». Ήταν το μεγαλύτερο κοπλιμέντο για μένα.

Σε τι χώρους κινείσαι;

Δεν υπάρχει η πολυτέλεια εξειδίκευσης. Μου ταιριάζει όμως, επιζητώ την κινητικότητα, παράσχω τις υπηρεσίες μου σε ιδιώτες, φιλόμουσους, στούντιο ηχογραφήσεων, τηλεοπτικά πλατό, ωδεία, συναυλιακούς  χώρους, όπου είναι το πιάνο.

Υπάρχουν πολλά στην Ελλάδα;

Δεν έχουμε σαφή εικόνα λόγω γενικότερης έλλειψης οργάνωσης στο χώρο. Ξέρω πως στην Αμερική σύμφωνα με στοιχεία του 2011, υπάρχουν 17 εκατομμύρια πιάνα και 5.896 καταγεγραμμένοι τεχνικοί. Στην Ελλάδα, δεν γνωρίζω.  Πριν χρόνια, συναντήθηκαν  μερικοί συνάδελφοι, με σκοπό να δημιουργήσουν σύλλογο. Οι μισοί τσακώθηκαν με τους άλλους μισούς. Κάποιοι έφυγαν. Όσοι έμειναν, πήγαν σε ένα ταβερνάκι. Αυτή είναι η ιστορία του οργάνου στην Ελλάδα.  Στο εξωτερικό υπάρχουν σύλλογοι, κάνουν σεμινάρια, μοιράζουν γνώση. Πηγαίνω καμιά φορά, ειδικά στο Pianoforte Tuners Asocciation στη Μεγάλη Βρετανία.  Ένα από τα όνειρά μου είναι να πάω κάποτε στην Αμερική, στο Piano Technicians Guild!

Το πιάνο δεν είναι στην ελληνική κουλτούρα νομίζω.

Σε μια χώρα με ιστορία τόσων χιλιάδων ετών, ποιο θα μπορούσε να είναι το παραδοσιακό μας όργανο;

Ο αυλός.

Εντάξει. Αυτό δε σημαίνει πως δεν «αγγίζουμε» τα υπόλοιπα. Απλά, μοιραία είναι πιο καινούρια. Το πιάνο είναι 300 ετών. Ξεκίνησε στην Ιταλία και ήρθε μέσω Επτανήσων. Από ένα σημείο και μετά, συνδέθηκε με τάξεις, πέραν της αστικής. Θεωρούμε πως το μπουζούκι είναι το ‘εθνικό’ μας όργανο, ας μην ξεχνάμε όμως πόσο κυνηγήθηκε κάποτε. Οι «μόδες» των μουσικών οργάνων ανά τα χρόνια, είναι αρκετά περίεργες. Η συνείδηση «γαλλικά και πιάνο» είναι πολύ παλιά. Τα γαλλικά δήλωναν συνήθως κουλτούρα και το πιάνο, οικονομική ευμάρεια. Ήθελες πάρα πολλά χρήματα για να το αποκτήσεις. Τώρα έχει καταστεί πιο φιλικό, λόγω της μαζικής παραγωγής. Πιο εύκολα αποκτάς πιάνο, παρά ένα καλό, κλασικό, αναλογικό όργανο. Το κοντραμπάσο ας πούμε, είναι απλησίαστο. Για πιατίνια, που ένας ντράμερ όπως ο γιός μου, αλλάζει συχνά, τα λεφτά είναι εξωφρενικά.

Τα παιδιά σου παίζουν πιάνο;

Με πατέρα χορδιστή και μητέρα καθηγήτρια πιάνου, ο μεγάλος  παίζει τύμπανα και ο μικρότερος, μπάσο. Έχουμε καλή βάση!

Προσέχουν οι άνθρωποι τα πιάνα τους; 

Όσοι δεν τα προσέχουν, δεν ξέρουν πώς να το κάνουν. Φαντάζεται κανείς πως τα πιάνα, λόγω του όγκου και της στιβαρότητάς τους, δεν χρειάζονται κάτι ιδιαίτερο. Οι χρήστες το καθαρίζουν, έχουν ακούσει ότι χρειάζεται – λόγω της τσόχας που έχει στο εσωτερικό – κάποιο σκωροκτόνο. Το ανοίγουν και πετούν μέσα αντισκωρικά. Πρόσφατα, μου πήρε απίστευτα πολύ ώρα να βγάλω από ένα πιάνο πλήθος παστίλιες καμφοράς. Όμως, με το πιάνο συμβαίνει κάτι μαγικό: Σε ακολουθεί. Ξεκινάς ως πιτσιρικάς, ύστερα σε παίρνει η μπάλα της ζωής, σπουδές, δουλειά, οικογένεια.. πέφτει το ενδιαφέρον. Έρχεται όμως η επόμενη γενιά να το αναζωογονήσει. Και το πιάνο, το παρατημένο σε μια άκρη, με ένα απλό σέρβις ανταποκρίνεται ξανά.

Δεν είναι εύκολη απόφαση να μάθεις και να αποκτήσεις πιάνο. Απαιτεί δέσμευση. 

Κάθε τι που θέλεις να κάνεις σωστά, είναι δέσμευση. Το πιάνο, όπως έχει πει ο Χόροβιτς, είναι «το ευκολότερο όργανο να ξεκινήσεις και το δυσκολότερο να κατακτήσεις». Είναι απαιτητικό και δεξιοτεχνικό αλλά, θεωρώ σημαντικότερη υπηρεσία του, το γεγονός ότι εύκολα εισάγει κάποιον στη Μουσική. Ως πεδίο γνώσης, ως αντικείμενο άσκησης έχει τόσα να προσφέρει που ο καλύτερος τρόπος να το περιγράψω, είναι να θυμίσω ότι οι αρχαίοι ημών πρόγονοι είχαν τη μουσική στην υποχρεωτική εκπαίδευση. Συμβάλλει στην ανάπτυξη του ψυχισμού ως εκπαιδευτική διαδικασία. Δίνει ανυπολόγιστη χαρά ως διέξοδος ψυχαγωγίας. Το θυμάμαι από την εποχή που έπαιζα ο ίδιος.

Παίζεις καθόλου τώρα;

Πλέον δεν έχω χρόνο, ούτε την ικανότητα. Από αυτήν την άποψη, το πιάνο είναι μάλλον εκδικητικό. Το αφήνεις ένα χρόνο, σε αφήνει δυο. Χρειάζεται σημαντική προσπάθεια για να επανέλθεις. Προσωπικά δεν είχα το σθένος και το κίνητρο να ξαναμπώ στη διαδικασία. Δεν ξέρω βέβαια πότε θα μου ξανάρθει η πετριά. Ένα μεγάλο κομμάτι πελατών μου είναι μικρά παιδιά που μαθαίνουν μουσική – μπράβο στους γονείς και στα παιδιά που ανοίγουν μια πόρτα προς την Τέχνη, οποιαδήποτε μορφή Τέχνης -. Η αμέσως επόμενη κατηγορία, είναι άνθρωποι που έχοντας κάνει έναν κύκλο ζωής, αναζητούν ένα χόμπι. Ο πατέρας μου έπαιζε κλαρίνο, αλλά για λόγους υγείας, αναγκάστηκε να το αφήσει. Έμαθε τουμπερλέκι και είναι πολύ ευτυχισμένος. Το ίδιο φαντάζομαι συμβαίνει με οποιαδήποτε μορφή τέχνης. Ειδικά στους καιρούς μας, είναι ευθύνη του καθενός να βρει κάτι που τον ξεκουράζει, του δίνει όχι μόνο ικανοποιητική άμυνα και απαντοχή αλλά μια ουσιαστική σύνδεση με την παιδικότητα μέσα του, που δεν έχει πεθάνει. Αυτό για μένα είναι η Τέχνη. Απολαμβάνω επίσης την επαφή με τον κόσμο. Κάθε μέρα αντιμετωπίζω μια  διαφορετική πρόκληση. Κάθε πιάνο είναι διαφορετικό, το ίδιο και ο ιδιοκτήτης του. Αναφορικά με τις επαγγελματικές δουλειές, κάτι που μου αρέσει πάρα πολύ και το λέω με κάποια «αυταρέσκεια» είναι πως τη δουλειά μου την ξέρεις. Την έχεις ακούσει. Για περισσότερο από 20 χρόνια συνεργάζομαι με τα μεγαλύτερα στούντιο. Σχεδόν όποιο πιάνο υπάρχει στην ελληνική δισκογραφία, έχει περάσει από τα χέρια μου. Συμμετείχα σε πάρα πολλές ηχογραφήσεις.

Ξεχωρίζεις κάποια;

Ξεχωρίζω ανθρώπους, όπως ο Θάνος Μικρούτσικος και ο Μάριος Τόκας. Είναι όμως και πολλοί άλλοι. Αγαπώ ιδιαίτερα την ελληνική μουσική, χαίρομαι όμως και τη συνεργασία με κλασικούς πιανίστες, που έχουν άλλες απαιτήσεις. Πάντα αγαπώ να ακούω ηχογραφήσεις στις οποίες έχω συμμετάσχει. Είναι κάτι.

Ένα αποτύπωμα. 

Που δεν το ξέρει άνθρωπος! Το κοινό δε γνωρίζει καταρχάς τους μουσικούς που κάνουν πολύ σημαντική δουλειά. Εγώ απλώς τους βοηθώ να την κάνουν καλύτερα. Μου δίνει τεράστια χαρά, έχω βέβαια και το «ψώνιο», αλλιώς, δε γίνεται. Βρέθηκα στο σπίτι του Γιώργου Παγιάτη, εξαιρετικού μαέστρου κι ενορχηστρωτή, συνεργαστήκαμε πάμπολλες φορές. Έχει αφιερώσει έναν τοίχο στα cds από δουλειές του. Τα χάζευα, εντυπωσιάστηκα για το πόσα πολλά ήταν και το είπα. «Χαζέ» μου απάντησε, «ήσουν κι εσύ εκεί». Τότε το συνειδητοποίησα και εξεπλάγην.

Θα έπρεπε ίσως να κρατάς αρχείο. 

Απλώς κάθε φορά που πάω σε ένα στούντιο, ρωτάω για ποιόν γράφουμε. Είναι άλλη λόξα αυτή. Πηγαίνω με την καθαρίστρια, νωρίς το πρωί, για να έχω την ησυχία μου. Καμιά φορά πετυχαίνω κανέναν πρωινό τύπο ή κάποιον που ξέμεινε στο στούντιο από το προηγούμενο βράδυ, συνήθως όμως δε βλέπω κανέναν.

Είσαι πάντως στη «show biz». 

Υπογείως. Στο τραγούδι Skyfall ακούγεται ένα υπέροχο πιάνο. Να, αυτό μου λείπει. Στην περιορισμένη ελληνική αγορά δεν έχω την ευκαιρία να ακούσω κάτι τόσο τεράστιο. Άλλος καημός επίσης, δεν πρόλαβα τον Χατζιδάκι. Αυτοί είναι οι καλλιτεχνικοί μου νταλκάδες.

Βλέπεις συνέχεια στο επάγγελμα;

Τα πράγματα, λόγω της κρίσης έχουν συρρικνωθεί. Όμως, όσο υπάρχουν πιάνα, θα υπάρχουν άνθρωποι να τα συντηρούν. Αρχικά το πιάνο αντιμετωπίστηκε με δυσπιστία. Κάποιοι είπαν πως πρόκειται για σύντομη – χρονικά – μόδα. Έλα όμως που αποδείχθηκε το αντίθετο… Το πιάνο «κόλλησε» με κάθε μουσικό είδος. Απλά, ίσως δούμε πράγματα απρόβλεπτα, πάρει άλλη μορφή, ενσωματωθούν σε αυτό ψηφιακά μέρη. Ο πειραματισμός θα υπάρξει και ήδη έχουμε όργανα  πολύ διαφορετικά. Το πιάνο δεν είναι μόνο κλασικό. Πάντοτε οι μεγάλοι μουσικοί σπάνε τα όρια κι εξερευνούν. Μπορείς να πειραματιστείς με οτιδήποτε. Αλλά τελικά, το προϊόν της γνώσης και της έμπνευσης είναι αυτό που θα δώσει καρπούς.

Να μάθει ο κόσμος πιάνο;

Να ασχοληθεί με την Τέχνη. Το πιάνο είναι ασφαλές κι εύκολο πρώτο βήμα, αλλά ο καθένας πρέπει να ασχοληθεί με αυτό στο οποίο έχει μεγαλύτερη έφεση. Να κλείσει ραντεβού με τον εαυτό του, να κάνει κάτι για αυτόν. Όλοι λέμε ‘δεν προλαβαίνω’. Κάποια στιγμή θα προλάβω και θα επιστρέψω σε κάποιο μουσικό όργανο, δεν ξέρω ακόμα ποιο. Προς το παρόν διακονώ στην Τέχνη μέσα από το επάγγελμά μου. Με καλύπτει, δε θα μπορούσα να έχω κάνει κάτι διαφορετικό. Κάποτε σκέφτηκα να γράψω μουσική. Σκάρωσα κάποιες συνθέσεις και τις συνέκρινα με αυτές του αγαπημένου μου συνθέτη, Σταύρου Κουγιουμτζή. Η σύγκριση φυσικά ήταν συντριπτική, αποφάσισα πως δεν κάνω για αυτό το πράγμα. Είχα την ευκαιρία, αυτήν την κουβέντα να την κάνω με τον ίδιο τον συνθέτη, λίγο προτού πεθάνει. Μου έβαλε τις φωνές. Μου είπε κάτι που διατύπωσε παλιότερα ο Σίλλερ, ή ο Μπετόβεν: «Να χρησιμοποιείς όσο ταλέντο έχεις. Τα δάση θα ήταν βουβά, αν σε αυτά κελαηδούσαν μόνον τα αηδόνια». Η Τέχνη είναι για όλους. Οι άνθρωποι πρέπει να κάνουν ότι μπορούν, με όποιο ταλέντο έχουν, σε όποιο χώρο τους δίνει χαρά. Ο μουσικός δε θα κληθεί να συνθέσει. Υπάρχει πιο απλή προσέγγιση, έτοιμες νόρμες. Απαιτεί απλά, το ραντεβού με τον εαυτό σου. Να θελήσεις να κάνεις κάτι διαφορετικό. Αυτό και μόνον, είναι ανυπολόγιστης αξίας.

 Τι απαντάς στο «δεν έχω χρόνο»;

Δημιουργείς τις συνθήκες για να έχεις. Αν δε γίνει εσωτερική ανάγκη να αναδιατάξεις τις προτεραιότητές σου, δε θα φτιάξεις ποτέ το σχέδιο. Όσο λες ότι δεν έχεις χρόνο, τόσο δεν βρίσκεις. Τα χρόνια περνάνε, αλλάζουν την οπτική και την προσέγγισή μας σε κάποια πράγματα. Αγαπώ τη δουλειά μου, με ενθουσιάζει. Ενημερώνομαι, προσπαθώ να βελτιώνομαι. Υπάρχει όμως κάτι που έχει αλλάξει. Τώρα, με πειράζει περισσότερο η έλλειψη οργανωμένου σωματείου που να μοιράζει πληροφορίες και γνώση με ωραίο τρόπο. Θα ήθελα να διδάξω ίσως, να συμμετέχω σε ερευνητικά προγράμματα. Υπάρχουν ιστορικά κομμάτια στη δουλειά μας τα οποία σήμερα, για πρακτικούς λόγους είναι δύσκολο να αναπαραχθούν. Κάποια χορδίσματα εποχής δεν ανήκουν στην καθημερινότητα, θα ήθελα όμως  να τα μελετήσω. Το γεγονός αυτό δε με πείραζε πριν δέκα χρόνια, τώρα με ενοχλεί. Απέκτησα διαφορετική θέαση για το σύνολο της δουλειάς μου. Που θα μπορούσαμε να πάμε, τι διαφορετικό θα μπορούσαμε να κάνουμε;

Όταν είμαστε νεότεροι, οι προτεραιότητες είναι ατομικές. Όταν καλυφθούν, το επόμενο βήμα είναι να αφήσουμε κάτι, να δημιουργήσουμε.

Έχει πει κάτι ο Μοχάμεντ Άλι, που με συνεπήρε και χαρακτηρίζει την τρέχουσα φάση της ζωής μου: «Αν στα πενήντα σου, σκέφτεσαι όπως σκεφτόσουν στα είκοσι, σπατάλησες τριάντα χρόνια». Βρίσκομαι σε αυτήν την εσωτερική αναμπουμπούλα.

Άννα Παχή

Άννα Παχή

Παιδί της πόλης και Αιγόκερως. Ζει κι εργάζεται στην Αθήνα, γράφοντας για όσα της κάνουν εντύπωση, καλή ή κακή. Έχει εκδώσει τη νουβέλα «Το έπος των Gpeleαίων» και τον Οδηγό Επιβίωσης «Αντρών Εγχοιρίδιον». Της αρέσουν οι σοκολάτες και τα μιούζικαλ.

Δείτε επίσης